Αναγκαία η μετάβαση στη νέα εποχή για την κυπριακή οικονομία

O Μιχάλης Λούης, CEO της Eurobank Κύπρου, τονίζει ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και οι τραπεζικοί οργανισµοί θα πρέπει να ενσωµατώσουν τους στόχους ESG στον στρατηγικό σχεδιασµό τους, εστιάζοντας παράλληλα την προσοχή τους στην αναβάθµιση των δεξιοτήτων και γνώσεων του εργατικού τους δυναµικού.

Του Μιχάλη Λούη*

Στον δρόµο προς την επόµενη µέρα για την κυπριακή οικονοµία, η έµφαση θα πρέπει να επικεντρωθεί στη στήριξη και ανάπτυξη του τοµέα της έρευνας και επιχειρηµατικής καινοτοµίας, ενώ οι επενδύσεις χρειάζεται να εστιαστούν σε τοµείς όπως ο ψηφιακός µετασχηµατισµός και η πράσινη οικονοµία.

Σε µια χρονική περίοδο κατά την οποία οι επιπτώσεις από την πανδηµία εξακολουθούν να επηρεάζουν την κυπριακή οικονοµία, οι ενδείξεις για ανάκαµψη µέσα στα επόµενα χρόνια είναι κάτι περισσότερο από εµφανείς: Μετά από διαδοχικά τρίµηνα µε αρνητικό ρυθµό ανάπτυξης έως και τις αρχές του 2021, η χρονιά που κλείνει υπολογίζεται να έχει τελικώς θετικό ρυθµό ανάπτυξης, ίσως και πέραν του 5,5%, ενώ και για τα επόµενα έτη ο ρυθµός ανάπτυξης υπολογίζεται να κινηθεί σε θετικά πρόσηµα, µε 4,0% και 3,4% για το 2022 και το 2023 αντίστοιχα.

Στην προσπάθεια για ανάκαµψη συνέβαλε σειρά µέτρων που λήφθηκαν τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την ΕΕ, ώστε να στηριχθεί η οικονοµική δραστηριότητα, µε ταυτόχρονη διασφάλιση των θέσεων εργασίας. Κοµβικής σηµασίας, ωστόσο, υπήρξε και η συµβολή των τραπεζών, οι οποίες, µέσω της ρευστότητάς τους και της επάρκειας κεφαλαίων, απέδειξαν ότι στις σύγχρονες οικονοµίες η λειτουργία ενός υγιούς τραπεζικού συστήµατος, µε ορθή εποπτεία, αποτελεί επιτακτική ανάγκη.

Παρά τις σηµαντικές δυσκολίες και τις ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες, σε αυτή την περίοδο αναδύθηκαν ευκαιρίες, οι οποίες σκιαγραφούν τον δρόµο και τις προοπτικές για τη µετάβαση σε µια νέα εποχή. Προς την κατεύθυνση αυτή, κρίνεται επιβεβληµένος και χωρίς περαιτέρω αναβολή ο επανασχεδιασµός της µακροπρόθεσµης οικονοµικής στρατηγικής της χώρας µας, ο οποίος θα πρέπει να εδράζεται στην αξιοπιστία, την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα. Βασικά χαρακτηριστικά αυτής της νέας στρατηγικής χρειάζεται άλλωστε να είναι η εξωστρέφεια και η αξιοποίηση όλων των συγκριτικών πλεονεκτηµάτων της Κύπρου, έτσι ώστε η οικονοµία να εισέλθει σε δυναµικά και υγιή µονοπάτια που να οδηγούν σε βιώσιµη ανάπτυξη και δηµιουργία πλούτου.

Σηµαίνοντα ρόλο για την επιτυχή εφαρµογή της νέας αυτής στρατηγικής διαδραµατίζουν:

Η σωστή διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων για στήριξη των υγιών και βιώσιµων επιχειρήσεων.

Η δηµοσιονοµική πειθαρχία και περισυλλογή στο πλαίσιο του κρατικού προϋπολογισµού και των πόρων που διατίθενται από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισµό.

Η δηµιουργία αποθεµάτων για χρήση σε περιόδους κρίσεων, καθώς η πανδηµία απέδειξε πως η διατήρηση αποθεµατικών για αξιοποίηση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης µπορεί να αποβεί σωτήρια.

Η συνεχής παρακολούθηση της πορείας υλοποίησης του αναπτυξιακού σχεδίου, σύµφωνα και µε την καθοδήγηση που παρέχεται από την ΕΕ.

Στον δρόµο προς την επόµενη µέρα για την κυπριακή οικονοµία, η έµφαση θα πρέπει να επικεντρωθεί στη στήριξη και ανάπτυξη του τοµέα της έρευνας και επιχειρηµατικής καινοτοµίας, ενώ οι επενδύσεις χρειάζεται να εστιαστούν σε τοµείς όπως ο ψηφιακός µετασχηµατισµός και η πράσινη οικονοµία. Άλλωστε, η επιτάχυνση του ψηφιακού µετασχηµατισµού και η υιοθέτηση ενός πιο πελατοκεντρικού µοντέλου εξασφάλισαν τη βιωσιµότητα αρκετών επιχειρήσεων εν µέσω πανδηµίας, ενώ ταυτόχρονα διασφάλισαν τη σταθερότητα στο χρηµατοπιστωτικό µας σύστηµα.

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Επιπρόσθετα, η πολιτεία καλείται πλέον να προωθήσει, χωρίς χρονοτριβή, κοµβικής σηµασίας µεταρρυθµίσεις, οι οποίες µε τη σειρά τους θα οδηγήσουν στην προσέλκυση επενδύσεων. Το κράτος χρειάζεται να διατηρήσει υγιή οικονοµικά δεδοµένα και ικανοποιητικό ρυθµό ανάπτυξης, µε χαµηλούς δείκτες χρέους. Ακόµη, σε µια προσπάθεια εδραίωσης κράτους δικαίου και καταπολέµησης της γραφειοκρατίας, είναι ανάγκη να υιοθετηθεί ένα νοµικό πλαίσιο που να διασφαλίζει ένα φιλικό προς τις επιχειρήσεις περιβάλλον και να υλοποιηθούν άµεσα µεταρρυθµίσεις που εκκρεµούν για χρόνια στη δηµόσια υπηρεσία, τη δικαιοσύνη και την ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Ταυτόχρονα, ενδεχόµενη παροχή φορολογικών κινήτρων ή ελαφρύνσεων για συγκεκριµένες επενδύσεις δύναται να συµβάλει προς τη βιώσιµη ανάπτυξη και τη δηµιουργία θέσεων εργασίας. Αντίστοιχα µέτρα απαιτούνται και για την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων, που θα βοηθήσουν στην απελευθέρωση καινοτόµων γνώσεων και τεχνολογιών σε ολόκληρη την κοινωνία.

Ι∆ΙΩΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Σηµαντικό µερίδιο στη διαµόρφωση της επόµενης µέρας πέφτει και στον ιδιωτικό τοµέα, ο οποίος καλείται να συµπράξει δηµιουργικά µε τον δηµόσιο για τη µετάβαση προς την πράσινη οικονοµία και τη βιώσιµη ανάπτυξη, η οποία να θέτει στο επίκεντρό της την αξιοποίηση της τεχνολογίας. Παράλληλα, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και οι τραπεζικοί οργανισµοί θα πρέπει να ενσωµατώσουν τους στόχους ESG στον στρατηγικό σχεδιασµό τους, εστιάζοντας παράλληλα την προσοχή τους στην αναβάθµιση των δεξιοτήτων και γνώσεων του εργατικού τους δυναµικού.

O όλος σχεδιασµός της νέας εποχής χρειάζεται εξάλλου να είναι άρρηκτα συνδεδεµένος µε τις απαιτήσεις και τα δεδοµένα του Ταµείου Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ, ενώ τα µέτρα δηµοσιονοµικής πολιτικής πρέπει να εστιάζονται σε εθνικές επενδύσεις και µεταρρυθµίσεις που να προωθούν τη βιώσιµη ανάκαµψη, τις εξαγωγές και τη δηµιουργία πλούτου.

Όσον αφορά τον τραπεζικό τοµέα στην Κύπρο, είναι φανερό ότι µετά από πάρα πολλά χρόνια τα ΜΕ∆ θα µειωθούν ως ποσοστό κάτω από το 10%. Η προσπάθεια για περαιτέρω συρρίκνωσή τους θα πρέπει ασφαλώς να συνεχιστεί. Οι τράπεζες καλούνται πρωτίστως να χρηµατοδοτήσουν την οικονοµία, να διαθέσουν καινοτόµα ηλεκτρονικά προϊόντα και υπηρεσίες και να εξυπηρετήσουν αποτελεσµατικά και µε λογικό κόστος τους πελάτες τους. Η µείωση του λειτουργικού κόστους και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών θα διαδραµατίσουν κοµβικό ρόλο στην επίτευξη των στόχων αυτών.

*CEO της Eurobank Cyprus

-

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ