Σημαντικές απώλειες καταγράφουν τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια

Τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια καταγράφουν σημαντικές απώλειες σήμερα, καθώς τα ασθενή στοιχεία για την κινεζική οικονομία ανανέωσαν τις ανησυχίες σχετικά με την ευρωστία της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο και το πιθανό πλήγμα από την παρατεταμένη εμπορική διαμάχη της Ουάσιγκτον με το Πεκίνο.

Ο δείκτης μετοχών της Ευρωζώνης Stoxxe υποχωρούσε 1,4% στις 10.34 (ώρα Ελλάδας), με τα περισσότερα χρηματιστήρια της Ευρώπης να είναι στο κόκκινο. Πριν από λίγο, ο πανευρωπαϊκός δείκτης μετοχών Stoxx 600 υποχωρούσε 1,2%

Ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας και των επιχειρήσεων που προμηθεύουν τις αυτοκινητοβιομηχανίες σημείωσε απώλειες 2,6%, ενώ ο τεχνολογικός κλάδος υποχωρούσε 1,9%. Ο γερμανικός δείκτης DAX, που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στις παγκόσμιες εμπορικές εντάσεις και στην κινεζική οικονομία, κατέγραφε τις μεγαλύτερες απώλειες, εν μέσω πιέσεων στις μετοχές των τραπεζών, των αυτοκινητοβιομηχανιών και των αλυσίδων λιανικών πωλήσεων. Πριν από λίγο, υποχωρούσε 1,4%. Η μετοχή της Daimler υποχωρούσε 2,5% και ήταν μεταξύ των επιχειρήσεων με τις μεγαλύτερες απώλειες.

Οι επενδυτές πωλούσαν τις μετοχές μετά τα στοιχεία που έδειξαν ότι οι λιανικές πωλήσεις στην Κίνα τον Νοέμβριο αυξήθηκαν με τον χαμηλότερο ρυθμό από το 2003 και η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε με τον χαμηλότερο ρυθμό σχεδόν τριών ετών, καθώς η εγχώρια ζήτηση εξασθένησε περαιτέρω. Η δυναμική της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου εξασθενεί τα τελευταία τρίμηνα, καθώς η πολυετής εκστρατεία της κυβέρνησης για τον έλεγχο του σκιώδους τραπεζικού τομέα αυξάνει τη χρηματοδοτική πίεση στις εταιρείες, πλήττοντας την παραγωγή και τις επενδύσεις.

Τα στοιχεία επηρέασαν αρνητικά τις ευρωπαϊκές εταιρείες λιανικών πωλήσεων και πολυτελών αγαθών, οι οποίες αποκτούν σημαντικό ποσοστό των εσόδων τους στην Κίνα. Ο κλάδος αυτός ήταν επίσης στο επίκεντρο, μετά την ανακοίνωση από τον Hennessey, ιδιοκτήτη των εταιρειών Moet και Louis Vuitton, σχεδίων για την εξαγορά του ομίλου πολυτελών ξενοδοχείων Belmond έναντι 3,2 δισ. δολαρίων