Τραπεζική Ένωση: Πλήρης εφαρμογή και τα οφέλη για την Κύπρο

Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η ασφάλεια και η αξιοπιστία των τραπεζών και αποτρέπεται η διάσωση τραπεζών με χρήματα φορολογουμένων.

Η Τραπεζική Ένωση αποτέλεσε την απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη χρηματοοικονομική κρίση του 2008 και είχε στόχο να εξασφαλίσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να αποκόψει τη διασύνδεση μεταξύ τραπεζών και κρατών.  

Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η ασφάλεια και η αξιοπιστία των τραπεζών και αποτρέπεται η διάσωση τραπεζών με χρήματα φορολογουμένων.

Η Τραπεζική Ένωση εδράζεται σε τρεις Πυλώνες:

(1)    Ο πρώτος Πυλώνας αφορά την εποπτεία των τραπεζών της ευρωζώνης από τον Ενιαίο Μηχανισμό Εποπτείας στη βάση κοινού ρυθμιστικού πλαισίου και ομοιόμορφων κανονισμών. 

(2)    Ο δεύτερος Πυλώνας αφορά την εξυγίανση των τραπεζών στη βάση κοινών προϋποθέσεων, κανόνων και διαδικασιών από τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης. 

(3)    Ο τρίτος Πυλώνας αφορά την εγγύηση των καταθέσεων μέχρι €100.000 σε όλες τις τράπεζες της ευρωζώνης από ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων (ΕΣΑΚ). 

Παρά το γεγονός ότι ο στόχος ολοκλήρωσης και εφαρμογής της Τραπεζικής Ένωσης είχε τεθεί για το τέλος του 2018, διαφαίνεται ότι αυτός δεν θα επιτευχθεί. Ενώ ο πρώτος και δεύτερος Πυλώνας έχουν τεθεί σε πλήρη εφαρμογή από το 2014 και 2015 αντίστοιχα, ακόμη εκκρεμεί η εφαρμογή του τρίτου Πυλώνα. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι μεγάλες χώρες της ευρωζώνης, που ουσιαστικά θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν σε μεγάλο βαθμό το ΕΣΑΚ, θεωρούν ότι η όποια πρόοδος θα πρέπει να συνδεθεί με τη μείωση των κινδύνων στον τραπεζικό τομέα. Θεωρούν ότι η εφαρμογή του ΕΣΑΚ δημιουργεί πρόβλημα ηθικού κινδύνου και συνεπώς ενδείκνυται να μειωθεί ο τραπεζικός κίνδυνος σε κάποιες χώρες της ευρωζώνης, ειδικά της περιφέρειας, προτού ισχύσει η όποια αμοιβαιότητα και ο όποιος καταμερισμός της ευθύνης  ασφάλισης/εγγύησης των καταθέσεων. Το ΕΣΑΚ δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ένα εργαλείο επιμερισμού του κινδύνου αλλά αντίθετα ως ένα εργαλείο μείωσης των κινδύνων το οποίο θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση που λαμβάνονται μέτρα εξυγίανσης ή απόφαση εκκαθάρισης τραπεζών. 

Για να υπάρξει μείωση των κινδύνων στον τραπεζικό τομέα, θα πρέπει να επιτευχθεί σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (ΜΕΧ) και των ανοιγμάτων των τραπεζών σε εγχώρια κρατικά ομόλογα. Για τις ΜΕΧ έχουν γίνει διάφορες ενέργειες τόσο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διά μέσου της έκδοσης νέων Οδηγιών και Κανονισμών. Για τα ανοίγματα σε κρατικά ομόλογα έχει ξεκινήσει συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο με στόχο την επιβολή περιορισμών όσον αφορά τα ανοίγματα σε εγχώρια κρατικά ομόλογα αλλά και σε άλλα κρατικά ομόλογα σε ευρώ που εκδίδουν άλλα κράτη μέλη της ευρωζώνης.  

Ως απόρροια των πιο πάνω ενεργειών, βρίσκονται στο τραπέζι κάποιες εισηγήσεις που στοχεύουν να σπάσουν το αδιέξοδο και να διευκολύνουν την επίτευξη προόδου, ώστε να επισπευσθεί η εφαρμογή του τρίτου Πυλώνα. Η πρόταση διατηρεί το στόχο ενός ενιαίου ΕΣΑΚ που θα χρηματοδοτείται από εισφορές που θα καταβάλλουν οι τράπεζες, ωστόσο γίνεται εισήγηση για ένα σταδιακό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής το οποίο θα προϋποθέτει παράλληλα και την ύπαρξη προόδου στη μείωση των ΜΕΧ. 

Η πρώτη φάση εφαρμογής αφορά την περίοδο 2019-2021 και περιλαμβάνει ένα μεταβατικό στάδιο «αντασφάλισης», όπου το ΕΣΑΚ θα παρέχει ρευστότητα (όχι κάλυψη ζημιών) σε περίπτωση που κάποιο εθνικό Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων έχει εξαντλήσει τους πόρους του και χρειάζεται επείγουσα χρηματοδότηση. Το ΕΣΑΚ θα παράσχει ρευστότητα στο εθνικό Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων υπό τη μορφή δανείου. Η μετάβαση στην επόμενη φάση θα εξαρτηθεί από την πρόοδο που θα επιτευχθεί στο θέμα της μείωσης των ΜΕΧ και των άλλων προβληματικών περιουσιακών στοιχείων, η οποία θα διαφανεί από τη διενέργεια ελέγχου της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού στους ισολογισμούς των τραπεζών (πριν το τέλος 2022). Εφόσον τηρηθούν τα πιο πάνω, τότε θα ακολουθήσει η μετάβαση στη φάση της «συνασφάλισης» των καταθέσεων όπου το ΕΣΑΚ, πέραν της παροχής ρευστότητας, θα προχωρήσει σταδιακά στην πλήρη ασφάλιση των καταθέσεων μέχρι €100.000 στις τράπεζες της ευρωζώνης (ξεκινώντας από 30% τον πρώτο χρόνο χωρίς όμως τελικό χρονοδιάγραμμα).

Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι επείγει και πρέπει τάχιστα να βελτιωθεί η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού στους ισολογισμών των τραπεζών, όχι μόνο για να επιτευχθεί η πλήρης εφαρμογή του τρίτου Πυλώνα της Τραπεζικής Ένωσης αλλά και για να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα και η κερδοφορία τους. Το γεγονός αυτό διαφαίνεται εξ’ άλλου και από τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, τόσο εγχώρια όσο και σε επίπεδο κρατών της περιφέρειας της ευρωζώνης (Ελλάδα, Ιταλία). Οι ευρωπαϊκές εποπτικές και άλλες αρχές αναμένουν ότι η πλήρης εφαρμογή και λειτουργία της Τραπεζικής Ένωσης θα οδηγήσει στην πραγματική ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς όπου η ευρωζώνη θα λειτουργεί ως ένας ενιαίος τραπεζικός χώρος και οι τράπεζες θα μπορούν να διεξάγουν απρόσκοπτα διασυνοριακές τραπεζικές εργασίες. Επιπλέον, και οι καταθέτες, αλλά και οι αγορές θα πάψουν να μεροληπτούν ή και να προβαίνουν σε διακρίσεις μεταξύ τραπεζών στη βάση της χώρας προέλευσης ή δραστηριοποίησής τους.

Τα θετικά από τα πιο πάνω είναι αυτονόητα αλλά και αναγκαία για την Κύπρο, η οποία ως μέλος της ευρωζώνης αναμένεται ότι θα έχει πολλαπλά οφέλη από την έγκαιρη ολοκλήρωση και πλήρη εφαρμογή της Τραπεζικής Ένωσης. 
 

-