Η κόλαση του Brexit μετρά μέρες

Προπομπός ενός φαινομένου Euroexit;

Του Ιωάννη Τελώνη

«I’ve been wondering what that special place in hell looks like, for those who promoted Brexit without even a sketch of a plan how to carry it safely», Ντόναλντ Τουσκ, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου, 6 Φεβρουαρίου 2019.

Η πιο πάνω δήλωση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, μερικές μόνο βδομάδες πριν από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αποδίδει με κάπως φορτισμένο λεξιλόγιο τη μεγάλη απογοήτευση της Ένωσης, τόσο για την αρχική απόφαση, όσο και για την όλη πορεία του Brexit μέχρι σήμερα.

Η διαπραγμάτευση έχει μετατραπεί σε ένα είδος αναμέτρησης στρατηγικής της θεωρίας των παιχνιδιών. ∆υστυχώς όμως δεν πρόκειται για ένα απλό παιχνίδι ή για μια πολύπλοκη παράλληλη διαπραγμάτευση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της κυβέρνησης του Η.Β., από τη μια, και της κυβέρνησης του Η.Β. με το ίδιο το Κοινοβούλιο της χώρας, από την άλλη, όπως συνέβαινε επί εποχής της Μάργκαρετ Θάτσερ ή του Τζον Μέιτζορ. Το διακύβευμα τότε ήταν για τη μεν Θάτσερ η οικονομική συνεισφορά του Η.Β. στον προϋπολογισµό της ΕΟΚ, για τον δε κ. Μέιτζορ η αποστασιοποίηση του Η.Β. από το κοινό όραμα που κατέληξε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Το διακύβευμα εν έτει 2019 είναι πολύ πιο κρίσιμο. Όπως δείχνουν τα πράγματα, η στρατηγική και των δύο πλευρών για τους δικούς τους διαφορετικούς λόγους είναι να αφήσουν την τελική παρτίδα μέχρι τη Σύνοδο Κορυφής των ηγετών της Ε.Ε. στις 21 Μαρτίου. Σας θυμίζω ότι, όπως έχουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή, το Η.Β. διά νόμου πρέπει να αποχωρήσει στις 29 Μαρτίου. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι αν πάει κάτι στραβά στην τελική διαπραγμάτευση και έχουμε μια άτακτη αποχώρηση του Η.Β. από την Ένωση, το τίμημα που θα πληρωθεί θα είναι μεγάλο, τόσο για την Ε.Ε. όσο και για το Η.Β., αφού το Η.Β. είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ε.Ε.

∆εν θα προσπαθήσω καν να μαντέψω την κατάληξη αυτής της ιστορίας. Με μια τόσο ρευστή κατάσταση, όλα τα ενδεχόμενα είναι πιθανά, περιλαμβανομένου και του άτακτου Brexit.

Αυτό που θα προσπαθήσω να κάνω είναι να απαντήσω ένα κρίσιμο ερώτημα που πλανιέται στο μυαλό όλων των τεχνοκρατών στην έδρα της Ε.Ε. και όχι μόνο. Είναι δυνατόν να έχουμε και άλλο ένα ή περισσότερα Euroexit που θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στη διάλυση της Ε.Ε.; Κι αν ναι, πώς μπορεί η Ε.Ε. ως θεσμός να αντιδράσει αποτελεσματικά; Πριν όμως πάμε εκεί, ας αναλύσουμε πρώτα το πώς κατέληξε το εκλογικό σώμα του Η.Β., με μια έστω και ισχνή πλειοψηφία, στο να υπερψηφίσει το Brexit.

ΤΟ BREXIT ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΝΕΣΙΟΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 500 χρόνων, το Η.Β. είχε πάντοτε μια αμφιλεγόμενη σχέση με την ηπειρωτική Ευρώπη. ∆εν είναι η πρώτη φορά που είχαμε «Brexit» με την έννοια της αποκοπής του Η.Β. από τα τεκταινόμενα στην απέναντι όχθη. Ακόμη και η τελευταία στενή σχέση με την ΕΟΚ, όπως ήταν τότε η Ε.Ε., πέρασε πρώτα από το στάδιο της άρνησης, όταν η Γαλλία, διά του Προέδρου της, Στρατηγού Ντε Γκωλ, άσκησε βέτο στην ένταξη των Βρετανών στην ΕΟΚ. Μια ιστορία 500 χρόνων αμφισβήτησης ήταν φυσιολογικό να αφήσει τα σημάδια της και στις δύο πλευρές.

Επεισόδια όπως το πιο πάνω αναδεικνύουν τον πρώτο παράγοντα που οδήγησε στο Brexit, δηλαδή η ενδόμυχη δυσπιστία που καλλιεργήθηκε στους Βρετανούς από τις ιστορικές τους εμπειρίες στη σχέση τους με τις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Σημειώνω ότι η ιστορική αυτή εμπειρία ήταν κάπως διαφορετική για τους Σκώτους, σε σημείο που διαμόρφωσε μια πιο φιλική διάθεση και ένα αίσθημα του ανήκειν στην Ευρώπη. Αυτό εξηγεί εν μέρει και την υπερψήφιση της παραμονής στην Ε.Ε. από τη Σκωτία.

Ένας άλλος παράγοντας ήταν και η ανάμνηση, τουλάχιστον από τους γηραιότερους, της εποχής μιας Βρετανικής Αυτοκρατορίας, στην οποία δεν έδυε ποτέ ο ήλιος. Η κάπως ρομαντική αυτή διάθεση έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους θιασώτες του Brexit, που προέβαλαν την εικόνα μιας Μεγάλης Βρετανίας, της 5ης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου, που να μπορεί ελεύθερα να διαπραγματεύεται συμφωνίες με όλα τα κράτη και να διαφεντεύει όπως παλιά την υφήλιο, χάρις στην ευελιξία και την ταχύτητα με την οποία θα μπορεί να κινείται - κάτι που, όπως ισχυρίζονται, δεν έχει ο «ογκόλιθος» της Ε.Ε.

ΤΟ BREXIT ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΝΕΣΙΟΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ - ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εστιάζοντας τώρα στους πιο σοβαρούς παράγοντες που διαμόρφωσαν το αποτέλεσμα του Brexit, τους διαχωρίζω σε δύο κύριες κατηγορίες. Στα θέματα ουσίας και στην επικοινωνιακή στρατηγική και παρουσίαση θεμάτων, που δυστυχώς στις μέρες μας φαίνεται να έχουν βαρύνουσα σημασία στη διαμόρφωση των απόψεων του εκλογικού σώματος και προφανώς στην τελική έκβαση μιας ευρείας δημοκρατικής άσκησης, όπως ένα δημοψήφισμα.

Ουσία

Η Ε.Ε. αναμφίβολα διασφάλισε μια μεγάλη περίοδο ειρήνης σε μια Ευρώπη κατεστραμμένη από δύο παγκόσμιες συρράξεις. Έφερε μαζί πρώην θανάσιμους εχθρούς, σε μια συνεργασία αρχικά οικονομικής φύσης που έφερε πρόοδο, ανάπτυξη και οικονομική ευμάρεια. Σε αυτό το όραμα της οικονομικής ένωσης των εθνών της Ευρώπης προσυπόγραψαν και οι Βρετανοί. Το ευρωπαϊκό όμως όραμα των εμπνευστών της ΕΟΚ ήταν ανέκαθεν για μια ολοένα και πιο βαθιά σχέση (ever deepening relationship), η οποία θα κατέληγε σε μια πολιτική ένωση. Το δεύτερο αυτό κομμάτι δεν εξηγήθηκε και τόσο καλά στον βρετανικό λαό από τους ηγέτες του. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις του Η.Β., όλων των χρωματισμών, καλλιεργούσαν μια στάση εμπορικής σχέσης με τις Βρυξέλλες, έχοντας συνέχεια καβγάδες για το τι δίνει και τι παίρνει η Μεγάλη Βρετανία. Αρκετοί από εμάς θα θυμόμαστε τη Θάτσερ το 1980 να «απαιτεί τα λεφτά της πίσω» («I want my money back»), σε έναν από τους πρώτους μεγάλους καβγάδες με τους Ευρωπαίους εταίρους. Έτσι λοιπόν, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη κινείτο προς μια πολιτική ένωση, οι Βρετανοί και ειδικά οι Συντηρητικοί αισθάνονταν όλο και πιο άβολα. Ενδεικτικό της διαμορφούμενης κατάστασης ήταν η δυσκολία με την οποία ο διάδοχος της Θάτσερ, Τζον Μέιτζορ, κατάφερε να «περάσει» από το Βρετανικό Κοινοβούλιο τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία του στοίχισε τελικά την πρωθυπουργία.

Επιπρόσθετα, οι εκάστοτε κυβερνήσεις αλλά και ο βρετανικός Τύπος έριχναν το φταίξιμο στους «γραφειοκράτες» των Βρυξελλών για τους διάφορους κανονισμούς και νομοθετήματα που έχτιζαν μεν μια ενιαία αγορά αλλά επενέβαιναν ορισμένες φορές αναγκαστικά και στις καθημερινές συνήθειες – έχουμε και εμείς παρόμοιες εμπειρίες εδώ στην Κύπρο.

Η εμπάθεια ορισμένης μερίδας του βρετανικού Τύπου έναντι της Ε.Ε. οδήγησε στην υπερβολή ή ακόμη και στην προβολή fake news, στην προσπάθεια αυτών των ΜΜΕ να δημιουργήσουν μια αρνητική εικόνα για την Ένωση.

Όλο αυτό το πλέγμα έκτιζε αργά και σταθερά την εικόνα µιας Ευρώπης που επέβαλλε τη θέλησή της και «παράλογα» πράγματα στον βρετανικό λαό, τον αφαίμασσε οικονομικά για να βοηθήσει άλλες «φτωχές» περιοχές της Ένωσης και που άνοιξε τομείς όπως τις πλούσιες σε αλιεία θάλασσές της σε όλους τους αλιευτικούς στόλους της Ένωσης. Ακόμα και σε θέματα δικαιοσύνης, μετά την εφαρμογή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η αγγλική δικαιοσύνη δεν είχε πια τον τελευταίο λόγο.

Ένας άλλος παράγοντας ήταν η αυξανόμενη συγκέντρωση του πλούτου στο Λονδίνο και στα νοτιοανατολικά. Αγροτικές περιοχές στην Ουαλία και την κεντρική Αγγλία, αλλά και πρώην βιομηχανικές πόλεις, είχαν παραμεληθεί από την κυβέρνηση στο Λονδίνο. Στα μάτια των τοπικών κατοίκων, καμία ουσιαστική βοήθεια δεν ερχόταν από την Ε.Ε., ενώ άλλες περιοχές σε άλλες χώρες έπαιρναν μαζικά κονδύλια βοήθειας. Αυτό παρεμπιπτόντως δεν ήταν ορθό - η Ουαλία για παράδειγμα είχε λάβει µεγάλα ποσά από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ε.Ε.

Η μαζική κάθοδος μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη θορύβησε ακόμη περισσότερο τον εκτός Λονδίνου αγροτικό πληθυσμό, ειδικά μετά από σειρά υποσχέσεων της κυβέρνησης ότι θα μειώσει τη μετανάστευση, οι οποίες διαψεύστηκαν παταγωδώς. Και βεβαίως το UKIP σε κάθε ευκαιρία έβαζε λάδι στη φωτιά του ξενοφοβικού συνδρόµου.

Εκατομμύρια ψηφοφόροι (μια εκτίμηση τούς ανεβάζει στα 13 εκατομμύρια) αισθάνονταν ότι αγνοούνταν από την κυβερνώσα τάξη. Η απογοήτευση αυτή αφορούσε και τα δύο µεγάλα κόµµατα, µε αποτέλεσµα όλοι αυτοί οι ψηφοφόροι να µην ενδιαφερθούν καν να γραφτούν στους εκλογικούς καταλόγους. Ήταν µε άλλα λόγια «αόρατοι», όχι µόνο στους κυβερνώντες, αλλά -πιο σηµαντικό- και στους δηµοσκόπους.

Τα δύο κόµµατα που εναλλάσσονταν στην κυβέρνηση -Εργατικοί και Συντηρητικοί- είχαν στις τάξεις τους πολέµιους ή αν προτιµάτε αµφισβητίες της Ε.Ε. Υπήρχαν βέβαια και οι ακραίοι υποστηρικτές της εξόδου, που συστεγάστηκαν ιδρύοντας το Κόµµα της Ανεξαρτησίας (UKIP), που είχε ως αποκλειστικό στόχο την έξοδο του Η.Β. από την Ε.Ε. Το Συντηρητικό Κόµµα έβλεπε µε ανησυχία τη ροή οπαδών του προς το νέο κόµµα, που και το ίδιο άρχισε πλέον να διχάζεται επικίνδυνα σε δύο τάσεις. Στο Εργατικό Κόµµα οι µοντερνιστές του Μπλερ έχασαν τον έλεγχο του κόµµατος, µε τον νέο αρχηγό, Τζέρεµι Κόρµπιν, να είναι ένας συνεπής ευρωσκεπτικιστής. Η πίεση στο κυβερνών Συντηρητικό Κόµµα ολοένα και µεγάλωνε. Για να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες δυνάµεις µέσα στο κόµµα του και εν όψει εκλογών, ο ηγέτης του κόµµατος και πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάµερον, δεσµεύτηκε για τη διεξαγωγή δηµοψηφίσµατος για παραµονή ή όχι στην Ε.Ε., προφανώς πεπεισµένος ότι θα το κέρδιζε, όπως υπολόγιζε ότι θα κέρδιζε και τις εκλογές. Και πράγµατι τις εκλογές τις κέρδισε και µάλιστα µε αυτοδυναµία, οπότε προχώρησε άµεσα στην εξαγγελία του δηµοψηφίσµατος. Αν βέβαια είχε υπόψη του τον αριθµό των «αόρατων» ψηφοφόρων, δεν θα ήταν τόσο αλαζονικά βέβαιος για το αποτέλεσµα, όπως βέβαια και οι δηµοσκόποι του που προσδοκούσαν σε µια δεύτερη άνετη νίκη.

Με το σκηνικό να έχει στηθεί για τη µεγάλη αναµέτρηση, ας δούµε την επίδραση της επικοινωνίας στη µάχη του Brexit.

Επικοινωνία

Η επικοινωνιακή στρατηγική των δύο στρατοπέδων έµελλε να διαδραµατίσει έναν καταλυτικό ρόλο στην έκβαση της µάχης.

Στο στρατόπεδο των υποστηρικτών της παραµονής στην E.E. -στους Remainers- χρησιµοποιήθηκε από τον Κάµερον η ίδια επικοινωνιακή οµάδα που διαχειρίστηκε την καµπάνια της πρόσφατης νικηφόρας εκλογικής αναµέτρησης. Η οµάδα αυτή ανέπτυξε µια στρατηγική «τρόµου», που εστίασε στις καταστροφικές συνέπειες µιας εξόδου. Ήταν µε άλλα λόγια µια παραδοσιακή διάταξη «µάχης», που αναγνώριζε ως αντίπαλο το UKIP και που προετοίµαζε τα µηνύµατά της επιδιώκοντας να αντικρούσει τα εν πολλοίς ανεδαφικά επιχειρήµατά του.

Ήταν απολύτως βέβαιοι ότι µε την προβολή επιχειρηµάτων οικονοµικής κυρίως φύσης και επιστρατεύοντας µια παρέλαση προσωπικοτήτων που προέβλεπαν ολική καταστροφή αν πραγµατοποιηθεί το Brexit, το κοινό δεν θα είχε καµία δυσκολία να πειστεί. Και ασφαλώς δεν είχαν ιδέα για τους «αόρατους» ψηφοφόρους.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι παθιασµένοι θιασώτες του Brexit κατάλαβαν ότι είχαν µία και µοναδική ευκαιρία να πετύχουν τον στόχο τους. Είχαν επίσης αντιληφθεί ότι το UKIP και τα επιχειρήµατά του δεν είχαν καµιά πιθανότητα από µόνα τους να πείσουν τον βρετανικό λαό. Έτσι αναζήτησαν µια οµάδα ανθρώπων που θα έκαναν τη διαφορά και θα τους έδιναν µια διαφορετική καµπάνια. Είναι σηµαντικό να επισηµανθεί ότι είναι αυτή η οµάδα που επιλέχθηκε από την επιτροπή του δηµοψηφίσµατος ως η επίσηµη πλευρά του Brexit και που έλαβε τη χρηµατοδότηση. Η καµπάνια του UKIP ήταν µια παράλληλη καµπάνια που χρηµατοδοτήθηκε από έναν-δυο πλούσιους υποστηρικτές του Brexit. Και ενώ η καµπάνια του UKIP έβγαζε όλα τα αρνητικά, µισαλλόδοξα µηνύµατα -έκανε δηλαδή τη «βρόµικη» δουλειά-, η επίσηµη καµπάνια έδρασε πολύ πιο έξυπνα.

Η οµάδα αυτή δούλεψε µε αµφιλεγόµενες µεθόδους, χρησιµοποιώντας την τεχνολογία για να αναλύσει τάσεις στις βάσεις δεδοµένων µέσων κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook. Εντόπισε σειρά θεµάτων που απηχούσαν βαθιά στη συνείδηση των απλών ψηφοφόρων, στις φοβίες, στις προκαταλήψεις και στα θέλω τους. Και βέβαια ανακάλυψαν τα εκατοµµύρια των «αόρατων» ψηφοφόρων, εστιάζοντας τα µηνύµατά τους στην ενεργοποίησή τους για να πάνε να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους και να ψηφίσουν. Χρησιµοποιώντας µια τακτική ανταρτοπόλεµου, πρόβαλλαν ανεδαφικούς ισχυρισµούς, όπως τα περίφηµα 350 εκατοµµύρια στερλίνες την εβδοµάδα που θα πήγαιναν στο Εθνικό Σχέδιο Υγείας µε την έξοδο από την Ε.Ε., και δηµιουργούσαν εντυπώσεις, τις οποίες η άλλη πλευρά ασθµαίνοντας προσπαθούσε να αποκρούσει µε ορθολογικά επιχειρήµατα.

Η καµπάνια της πλευράς του Brexit εστιαζόταν στο συναίσθηµα και τις «πληγές» του απλού κόσµου. Με το ιδιοφυές σλόγκαν «Take back control», κατάφεραν να µετουσιώσουν όλα τα παράπονα, τις αγωνίες και τις φοβίες της µάζας των ψηφοφόρων σε ένα απλό σύνθηµα - «Πίσω ο έλεγχος σε µας».

Αντίθετα, η καµπάνια του Remain προέβαλλε ορθολογικά στοιχεία και «τρόµο» για την άβυσσο του Brexit.

Πολύ αργά η πλευρά Remain αντιλήφθηκε το µέγεθος του προβλήµατος. Και ενώ θεωρούσαν ότι το Εργατικό Κόµµα θα δούλευε υπέρ της παραµονής, η ηγεσία του, µε προεξάρχοντα τον κ. Κόρµπιν, έκανε µια χλιαρή καµπάνια, η όποια απέτυχε να κινητοποιήσει το κόµµα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Με το ξηµέρωµα της εποµένης του δηµοψηφίσµατος, οι ψηφοφόροι του Η.Β. βρέθηκαν να έχουν αποφασίσει την έξοδο από την Ε.Ε. µε πυξίδα το συναίσθηµα, την τιµωρία του Λονδίνου και της νοτιοανατολικής περιφέρειας που πλούτιζε για τόσα χρόνια, και µε µια διάχυτη ξενοφοβία. Με άλλα λόγια, ασπάστηκαν το «Πίσω ο έλεγχος σε µας». ∆ύο ακόµη σηµαντικά στοιχεία. Η πλειοψηφία υπέρ του Brexit σχηµατίστηκε από τη στρατιά των «αόρατων» ψηφοφόρων, κυρίως µεγαλύτερης ηλικίας, στις αγροτικές περιοχές της Αγγλίας, στην Ουαλία και στις µεγάλες βιοµηχανικές πόλεις της κεντρικής Αγγλίας. Οι ψηφοφόροι προέρχονταν κυρίως από το Συντηρητικό Κόµµα, από το UKIP φυσικά, αλλά και αρκετοί από το Εργατικό Κόµµα. Όσον αφορά τους νέους, η καθαρή πλειοψηφία ψήφισε υπέρ της παραµονής στην Ε.Ε.

Το πιο αξιοσηµείωτο όµως γεγονός είναι ότι η πλευρά του Brexit κατάφερε να πείσει τους ψηφοφόρους χωρίς καν να παρουσιάσει ένα σχέδιο διαχείρισης της επόµενης µέρας του Brexit. ∆ίκαια λοιπόν ο κ. Τουσκ, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου, «αφόρισε» τους Brexiteers.

Στο δεύτερο µέρος της ανάλυσης, θα αξιολογήσουµε τα µαθήµατα από το Brexit σε σχέση µε τον κίνδυνο για άλλα Euroexits και τι µπορεί να κάνει η Ένωση για να τον αποφύγει.

-

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ