Επικίνδυνες στρεβλώσεις και ανισορροπίες στην κυπριακή οικονομία

Έξι χρόνια μετά την κατάρρευση τον Μάρτιο του 2013 η Κύπρος εξακολουθεί να είναι σε αναζήτηση ενός νέου οικονομικού υποδείγματος.

Του Ανδρέα Θεοφάνους

Αφορμή για το άρθρο αυτό έδωσε η πρόσφατη Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κυπριακή οικονομία (COMMISSION STAFF WORKING DOCUMENT – Country Report Cyprus, 27/2/2019). Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια καθώς και στο ψηλό επίπεδο δανεισμού. Επιπρόσθετα, η Έκθεση τονίζει και άλλες υπερβολικές ανισορροπίες καθώς και στρεβλώσεις που παρουσιάζει η κυπριακή οικονομία.  Εκ των πραγμάτων η μη έγκαιρη και επαρκής αντιμετώπισή τους εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους.

Η Έκθεση επιβεβαιώνει φόβους και αντιλήψεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελληνοκυπρίων.  Εκτός από τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι «ο νέος δανεισμός στον ιδιωτικό τομέα παραμένει περιορισμένος». Επειδή αυτό παραπέμπει σε μια αρνητική δυναμική θα πρέπει να διερευνηθεί και να αντιμετωπισθεί άμεσα.  Είναι κυρίως αποτέλεσμα της έλλειψης ευελιξίας των τραπεζών και των νέων κανονισμών ή αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό και ένα αρνητικό οικονομικό κλίμα καθώς και αβέβαιες προσδοκίες;

Πέρα από την Έκθεση, υπογραμμίζω το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας των νέων το οποίο, μεταξύ άλλων, σχετίζεται και με το brain drain.  Αναφέρω επίσης ότι υπάρχουν και άλλες μορφές διαρθρωτικής ανεργίας που χρήζουν αντιμετώπισης όπως οι μακροχρόνια άνεργοι μεγαλύτερης ηλικίας. Ως έχει η κυπριακή οικονομία δεν μπορεί να δημιουργήσει επαρκή αριθμό θέσεων εργασίας για να απορροφήσει το επιστημονικό δυναμικό της χώρας και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά και τις άλλες μορφές ανεργίας.

Έξι χρόνια μετά την κατάρρευση τον Μάρτιο του 2013 η Κύπρος εξακολουθεί να είναι σε αναζήτηση ενός νέου οικονομικού υποδείγματος.  Ο τραπεζικός τομέας ο οποίος αποτελούσε τη σπονδυλική στήλη της οικονομίας, υπέστη τεράστιο πλήγμα με πολύ σοβαρές συνέπειες.  Ως εκ τούτου δεν πρόκειται ποτέ να επανέλθει στην προτέρα κατάσταση.  Σημειώνεται συναφώς η αναγκαιότητα σταθεροποίησης του τομέα και η ενθάρρυνση επιπρόσθετων μοχλών οικονομικής μεγέθυνσης στα πλαίσια ενός νέου οικονομικού υποδείγματος.  Προς αυτή την κατεύθυνση δεν έχει γίνει η απαραίτητη δουλειά.

Το ΓεΣΥ δεν αρχίζει με τους καλύτερους οιωνούς.  Ενώ θα επιβληθούν οι συγκεκριμένες φορολογίες με αρνητικές συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα, την απασχόληση και τους πραγματικούς διαθέσιμους μισθούς, δεν είναι σίγουρο ότι θα προκύψει η ανάλογη αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας. Δυστυχώς κρίνοντας από τις αντιπαραθέσεις των τελευταίων εβδομάδων είναι προφανές ότι δεν προηγήθηκε ο ανάλογος προβληματισμός πριν από την ομόφωνη έγκριση του ΓεΣΥ από τη Βουλή το περασμένο καλοκαίρι.  Εν ολίγοις το όλο ζήτημα δεν περιορίζεται στο θέμα των αμοιβών των γιατρών.  Το μέγα ζήτημα είναι κατά πόσον οι ανάγκες της χώρας, της κοινωνίας και του κάθε πολίτη μπορούν να εξυπηρετηθούν καλύτερα από το ΓεΣΥ όπως έχει διαμορφωθεί, ή μέσα από ένα πολυασφαλιστικό σύστημα και την παράλληλη ενίσχυση των δημοσίων νοσοκομείων.

Ένα άλλο σημαντικό θέμα είναι η αντιμετώπιση των πολυδιάστατων στρεβλώσεων και ο εξορθολογισμός των δημοσίων δαπανών σε διάφορους τομείς.  Δεν είναι μόνο η υγεία, είναι και οι συντάξεις, η εκπαίδευση καθώς και άλλοι τομείς.

 Το θέμα των συντάξεων είναι αρκετά σοβαρό, καθώς υπάρχουν συντάξεις διαφόρων ταχυτήτων.  Θα έπρεπε προ πολλού αφ’ ενός να είχε θεσμοθετηθεί ένα κατώτατο και ένα ανώτατο επίπεδο σύνταξης και αφ’ ετέρου τα ωφελήματα να ήταν ανάλογα με τις αποκοπές.

Αλλά και στο θέμα των δαπανών στην εκπαίδευση επισημαίνεται ότι υπάρχουν σοβαρές στρεβλώσεις. Ενδεικτικά αναφέρω την τριτοβάθμια εκπαίδευση όπου η υφιστάμενη φιλοσοφία και πρακτική όπως εκφράζεται από το νομικό πλαίσιο αλλά πολύ περισσότερο από τον κρατικό προϋπολογισμό, παραπέμπουν σε πανεπιστήμια, ακαδημαϊκούς και φοιτητές διαφόρων ταχυτήτων. Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης είναι η δημιουργία ανυπέρβλητων εμποδίων στην προσπάθεια υλοποίησης του στόχου της Κύπρου για μετατροπή της σε περιφερειακό ακαδημαϊκό κέντρο.  Ενώ με το υφιστάμενο σύστημα δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθούν οι υψηλοί μας στόχοι, παράλληλα, υπογραμμίζω ότι με μια ορθολογιστική κατανομή των ίδιων πόρων θα είχαμε καλύτερα αποτελέσματα.

Τα δύο αυτά θέματα παραπέμπουν και σε ένα γενικότερο ζήτημα: στο χάσμα μεταξύ των όρων απασχόλησης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και στον ιδιωτικό τομέα.  Προφανώς μετά από την κατάρρευση του 2013 το χάσμα αυτό έχει διευρυνθεί.  Θα πρέπει οπωσδήποτε να επιδιωχθεί η αναστροφή αυτού του φαινομένου.

Δυστυχώς δεν έχουμε διδαχθεί από τα παθήματα της κρίσης. Κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει τα συνεχιζόμενα φαινόμενα διαφθοράς, διαπλοκής και αναξιοκρατίας.  Παρά τις αντιξοότητες οι πολίτες μπορούν να ελπίζουν σε καλύτερες μέρες.  Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για μια τέτοια πορεία είναι μια ολοκληρωμένη ορθολογιστική οικονομική πολιτική η οποία να περιλαμβάνει το στοιχείο της κοινωνικής ευαισθησίας καθώς επίσης και ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

-