Offcanvas
Offcanvas
Η κυβέρνηση υποτίμησε το πόσο δύσκολο ήταν για πολλούς πολίτες να επωμιστούν το κόστος των περιβαλλοντικών παρεμβάσεων
Ο Εμανουέλ Μακρόν ήθελε να μετατρέψει τη Γαλλία σε οικονομική ατμομηχανή μιας ισχυρότερης Ευρώπης. Καθώς πλησιάζει το τέλος της προεδρίας του, αφήνει μια χώρα με διογκούμενο χρέος, ασθενέστερη ανάπτυξη και βαθιά πολιτική δυσαρέσκεια, την ώρα που οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να αγοράσουν γαλλικά ομόλογα παρά ιταλικά και ελληνικά.
Σε εκτενή ανάλυσή του, το Bloomberg περιγράφει πώς η μεταρρυθμιστική ορμή της πρώτης περιόδου έδωσε τη θέση της στη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων και, τελικά, στον αγώνα για πολιτική επιβίωση.
Την πορεία αυτή ενσαρκώνει ο Ρολάν Λεσκίρ, ο τέταρτος υπουργός Οικονομικών του Μακρόν. Πριν από δέκα χρόνια εγκατέλειψε μια υψηλόβαθμη θέση στον χρηματοοικονομικό κλάδο στον Καναδά για να συμμετάσχει σε ένα εγχείρημα που υποσχόταν να ανακόψει την άνοδο της Ακροδεξιάς και να δημιουργήσει μια φιλοευρωπαϊκή Γαλλία, φιλική προς τις επιχειρήσεις.
Σήμερα καλείται να διασώσει ό,τι απομένει από εκείνη την οικονομική ατζέντα. Η κυβέρνηση μειοψηφίας ετοιμάζεται να δώσει τη μάχη του προϋπολογισμού, με στόχο να πείσει τις αγορές ότι μπορεί να αναχαιτίσει τη δημοσιονομική επιδείνωση. Σύμφωνα με τις κυβερνητικές προβλέψεις που παραθέτει το Bloomberg, το δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 120% του ΑΕΠ το 2027.
Η αρχική υπόσχεση: Πρώτα ανάπτυξη, μετά αναδιανομή
Ο Λεσκίρ επέστρεψε στη Γαλλία έχοντας διατελέσει επικεφαλής επενδύσεων του καναδικού οργανισμού διαχείρισης συνταξιοδοτικών κεφαλαίων Caisse de Dépôt et Placement du Québec. Με σπουδές στην École Polytechnique και στο London School of Economics, ανήκε στη γενιά στελεχών που πίστευαν ότι μπορούσαν να μεταφέρουν την τεχνογνωσία της αγοράς στην πολιτική.
Η πρώτη φάση έμοιαζε να δικαιώνει τις προσδοκίες. Ο Μακρόν διέθετε μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η ανάπτυξη ξεπερνούσε το 2%, η ανεργία υποχωρούσε και το δημοσιονομικό έλλειμμα βρισκόταν στο χαμηλότερο επίπεδο μιας δεκαετίας.
Σε αυτό το περιβάλλον προχώρησε σε περαιτέρω ευελιξία της εργατικής νομοθεσίας και σε μειώσεις της φορολογίας των επιχειρήσεων. Η λογική ήταν ότι η ενίσχυση της παραγωγής πλούτου θα δημιουργούσε περισσότερους πόρους για αναδιανομή.
Ο νόμος PACTE αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης. Περιλάμβανε μέτρα για την επιχειρηματικότητα, πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων και ενίσχυση της εκπροσώπησης των εργαζομένων στα διοικητικά συμβούλια. Η προσπάθεια ήταν να επαναπροσδιοριστεί η θέση της επιχείρησης στη γαλλική κοινωνία, συνδέοντας την ανάπτυξή της με μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων.
Πριν ολοκληρωθεί, όμως, η νομοθετική διαδικασία, η κοινωνική αντίδραση είχε ήδη ανατρέψει τους σχεδιασμούς.
Τα Κίτρινα Γιλέκα και η πρώτη μεγάλη υποχώρηση
Τον Νοέμβριο του 2018, η σχεδιαζόμενη επιβάρυνση των καυσίμων με φόρο άνθρακα πυροδότησε τις κινητοποιήσεις των Κίτρινων Γιλέκων. Η διαμαρτυρία εξελίχθηκε σε πανεθνική αντίδραση για το κόστος ζωής και την οικονομική πολιτική του προέδρου.
Η κυβέρνηση υποτίμησε το πόσο δύσκολο ήταν για πολλούς πολίτες να επωμιστούν το κόστος των περιβαλλοντικών παρεμβάσεων. Η Αριστερά και η Ακροδεξιά βρήκαν στην κρίση ένα ισχυρό όπλο κατά του Μακρόν, παρουσιάζοντας τις μεταρρυθμίσεις του ως πολιτική που επιβάρυνε την κοινωνία.
Για να αποκαταστήσει την ηρεμία, η κυβέρνηση διέθεσε περισσότερα από 10 δισ. ευρώ σε φοροελαφρύνσεις και επιδόματα για εργαζομένους χαμηλού εισοδήματος.
Ο Λεσκίρ αναγνωρίζει ότι η έκρηξη δυσαρέσκειας αιφνιδίασε τόσο την προεδρία όσο και την αντιπολίτευση. Η παραδοχή του αναδεικνύει ένα από τα βασικά προβλήματα της περιόδου: την απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής και στις αγωνίες των ανθρώπων που καλούνταν να προσαρμοστούν σε αυτήν.

Από τις μεταρρυθμίσεις στο «όποιο κι αν είναι το κόστος»
Ο Μακρόν δεν πρόλαβε να επαναφέρει στο επίκεντρο την αρχική ατζέντα του πριν ξεσπάσει η πανδημία. Η δέσμευση να στηριχθεί η οικονομία ανεξαρτήτως κόστους οδήγησε σε τεράστιες κρατικές δαπάνες για επιχειρήσεις που ανέστειλαν τη λειτουργία τους και εργαζομένους που έμειναν εκτός εργασίας.
Όπως επισημαίνει το Bloomberg, η αντίδραση δεν διέφερε ουσιαστικά από εκείνη άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Το πρόβλημα ήταν ότι η Γαλλία δεν περιόρισε αρκετά γρήγορα την έκτακτη στήριξη.
Ακολούθησε η ενεργειακή κρίση, με την άνοδο των τιμών να επιταχύνεται μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η κυβέρνηση άνοιξε ξανά τον δημοσιονομικό λογαριασμό για να προστατεύσει τα νοικοκυριά.
Το γαλλικό Ελεγκτικό Συνέδριο υπολογίζει σε περίπου 190 δισ. ευρώ τις δαπάνες αντιμετώπισης της πανδημίας και τόνωσης της οικονομίας για την τριετία από το 2020. Σε μεταγενέστερη έκθεσή του εκτίμησε τις ακαθάριστες δαπάνες της ενεργειακής κρίσης στα 72 δισ. ευρώ, ποσό μεγαλύτερο από τις αμυντικές δαπάνες ενός έτους. Σε αυτές περιλαμβάνονταν σχεδόν 8 δισ. ευρώ για επιδοτήσεις καυσίμων χωρίς στοχευμένα κριτήρια.
Η κρατική στήριξη βοήθησε τον Μακρόν να αποκρούσει την πρόκληση της Μαρίν Λεπέν στις προεδρικές εκλογές του 2022. Δεν του εξασφάλισε, όμως, τη διατήρηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Η δεύτερη θητεία εγκλωβίστηκε στην πολιτική επιβίωση
Μετά την επανεκλογή του, ακόμη και πρόσωπα στο εσωτερικό του προεδρικού στρατοπέδου διαπίστωναν ότι έλειπε μια φιλόδοξη μεταρρυθμιστική συνέχεια.
Η αλλαγή στο συνταξιοδοτικό στηρίχθηκε κυρίως στην παράταση του εργασιακού βίου, αντί για μια συνολική αναμόρφωση του συστήματος. Παράλληλα, η διεθνής ανασφάλεια περιόρισε τη συζήτηση για το οικονομικό μέλλον της χώρας.
Ο Λεσκίρ περιγράφει την εκλογή του 2022 ως αναμέτρηση στην οποία οι Γάλλοι επέλεξαν κυρίως εκείνον που θεωρούσαν καταλληλότερο να χειριστεί τη διεθνή κατάσταση, με τον πόλεμο να βρίσκεται στα σύνορα της Ευρώπης.
Η προσπάθεια του Μακρόν να ανακτήσει τον πολιτικό έλεγχο μέσω πρόωρων εκλογών το 2024 επιδείνωσε την κατάσταση. Προέκυψε ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο, το οποίο ανάγκασε δύο πρωθυπουργούς να παραιτηθούν και καθυστέρησε τις προσπάθειες αποκατάστασης των δημόσιων οικονομικών.
Έτσι, η μεταρρυθμιστική ατζέντα πέρασε σε δεύτερο πλάνο, ενώ η διατήρηση της κυβέρνησης και η εξασφάλιση κοινοβουλευτικής στήριξης έγιναν διαρκής προτεραιότητα.
Το 2027 απειλεί να ανατρέψει όσα απέμειναν
Ακόμη και ένας αξιόπιστος προϋπολογισμός ενδέχεται να μην αρκεί για να καθησυχάσει τους επενδυτές. Οι υποψήφιοι που εμφανίζουν δυναμική στις δημοσκοπήσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, η Μαρίν Λεπέν και ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, έχουν δεσμευθεί να ανατρέψουν μεταρρυθμίσεις του Μακρόν.
Ο Μελανσόν προτείνει ακόμη πιο ριζική αλλαγή πορείας, με εκκλήσεις για ακύρωση μέρους του γαλλικού χρέους. Ο Λεσκίρ προειδοποιεί, από την πλευρά του, ότι μια προεδρία Λεπέν θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη θέση της Γαλλίας στην Ευρώπη και να καταστρέψει οικονομική αξία που δημιουργήθηκε με δυσκολία.
Η αβεβαιότητα αυτή βαραίνει μια χώρα που ο Μακρόν φιλοδοξούσε να καταστήσει πρωταγωνιστή της ευρωπαϊκής ισχύος. Ο πόλεμος της Ρωσίας, η πίεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα και η υπονόμευση του ΝΑΤΟ από τον Ντόναλντ Τραμπ κάνουν ακόμη πιο κρίσιμο τον ρόλο της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της ΕΕ.
Στο τέλος της δεκαετίας Μακρόν, όμως, η Γαλλία καλείται να πείσει τις αγορές ότι μπορεί να ελέγξει τα οικονομικά της και τους ψηφοφόρους ότι οι μεταρρυθμίσεις αξίζει να διατηρηθούν. Ο υπουργός που επέστρεψε από τον Καναδά για να συμμετάσχει σε μια οικονομική επανάσταση δίνει πλέον τη μάχη για να περισώσει την κληρονομιά της.
Πηγή: naftemporiki.gr