Πώς τα μικροτσίπ αλλάζουν τις ισορροπίες στη γεωπολιτική σκακιέρα

Η σημασία των μικροτσίπ ως γεωπολιτικών εργαλείων και οι κυρώσεις της Δύσης προς τη Ρωσία - ΗΠΑ και Ευρώπη προσπαθούν να ανακτήσουν τα σκήπτρα της παραγωγής μέσω τεράστιων επιδοτήσεων σε εταιρείες τεχνολογίας - Η σημασία της επένδυσης της Intel

H πόλη του Magdeburg στην ανατολική Γερμανία είναι διάσημη για τον καθεδρικό της ναό. Παρ’ όλα αυτά, αποτελεί -πια- το επίκεντρο της στρατηγικής της Δύσης για την αλλαγή των παγκόσμιων ισορροπιών.

Στις 15 Μαρτίου η Intel ανακοίνωσε σχέδια για την κατασκευή τεράστιας βιομηχανικής μονάδας παρασκευής μικροτσίπ τελευταίας τεχνολογίας ύψους 17 δισ. ευρώ. Παράλληλα, ο τεχνολογικός κολοσσός θα κατασκευάσει νέες μονάδες στις πολιτείες της Αριζόνα και του Οχάιο.

Οι νέες μονάδες αυτές αποτελούν κύριο κομμάτι της νέας τακτικής του CEO της εταιρείας, Pat Gelsinger για την καταπολέμηση της παγκόσμιας κρίσης στην αγορά των ημιαγωγών η οποία ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας και χειροτέρευσε λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.

Η τακτική του Gelsinger η οποία προσπαθεί να απαγκιστρώσει τη Δύση από την Κίνα, υποστηρίζεται τόσο από τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες έχουν υποσχεθεί επιδοτήσεις $100 δισ. Αρκετά στελέχη της βιομηχανίας, όμως, φοβούνται πως η κολοσσιαία αυτή προσπάθεια μπορεί να έχει αντίθετο αποτέλεσμα από το θεμιτό.

Τα στελέχη αυτά φοβούνται πως η αντίδραση των εταιρειών και των κυβερνήσεων της Δύσης καθυστέρησε υπερβολικά, ενώ ανησυχούν πως οι πολιτικές παρεμβάσεις θα προκαλέσουν περαιτέρω προβλήματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Η έλλειψη των μικροτσίπ έχει ήδη προκαλέσει τεράστια προβλήματα σε πολλές βιομηχανίες, όπως την αυτοκινητοβιομηχανία, τη βιομηχανία κατασκευής smartphones και παιχνιδοκονσολών. Η κρίση αυτή έχει -πια- φέρει στο προσκήνιο την επικινδυνότητα της γεωπολιτικής κατάστασης στην καθ’ όλα τεχνολογικά κραταιά παραγωγό ημιαγωγών Ταϊβάν, η οποία αποτελεί και επίκεντρο της διπλωματικής σύγκρουσης της Δύσης με την Κίνα εδώ και δεκαετίες. Η θέση της Ταϊβάν θεωρείται πολύ πιο εύθραυστη, δεδομένης της πρόσφατης εισβολής της Ρωσίας προς τη «μικρότερη» Ουκρανία. 

Όσα προβλήματα και να έχει αυτή τη στιγμή, η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα είναι ήδη πλήρως ενσωματωμένη στην παγκόσμια οικονομία. Η αλλαγή της, σύμφωνα με τον CEO της X-Fab Silicon Foundries, Rudi de Winter, ενδέχεται να προκαλέσει μεγαλύτερα προβλήματα.

Η σημασία των μικροτσίπ ως γεωπολιτικών εργαλείων έχει γίνει πασιφανής κατά τη διάρκεια των κυρώσεων της Δύσης προς τη Ρωσία. Οι ημιαγωγοί αποτέλεσαν κύριο στόχο τόσο της Ουάσινγκτον όσο και των Βρυξελλών ενάντια στο Κρεμλίνο.

Από την άλλη, τόσο η Ρωσία όσο και η Ουκρανία εξάγουν παλλάδιο για την κατασκευή των μικροτσίπ αυτών, αν και οι εταιρείες τεχνολογίας υποστηρίζουν πως δεν πρόκειται να επηρεαστούν και τόσο από την απότομη άρση των εξαγωγών.

Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη προσπαθούν να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος στην αγορά των μικροτσίπ. Μέχρι τη δεκαετία του ‘90, οι ΗΠΑ αποτελούσαν το 40% της παγκόσμιας αγοράς μικροτσίπ ενώ η Ε.Ε. το 20%. Τώρα πια τα ποσοστά αυτά κυμαίνονται υπό του 15% και 10% αντίστοιχα. 

Επενδύσεις και στρατηγική

Σε μια προσπάθεια αλλαγής των δεδομένων αυτών ο Αμερικανός Πρόεδρος Joe Biden θέλει να επενδύσει $52 δισ. στην εγχώρια αγορά ημιαγωγών. Τα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. από την πλευρά τους ακόμα μελετούν την πρόταση της Κομισιόν για επενδύσεις αξίας $48 δισ. στην εν λόγω ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Η Κίνα έχει ήδη αρχίσει να επενδύει $150 δισ. για την ενδυνάμωση της εγχώριας βιομηχανίας της. Αν και η χώρα υστερεί τόσο σε υποδομές όσο και σε τεχνολογία, έχει αρχίσει να κλείνει την «ψαλίδα» με γοργούς ρυθμούς. 

Ο Gelsinger αποτελεί κύριο παράγοντα στην προσπάθεια της Δύσης. Παρά τις αντιδράσεις από αρκετά μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου, ο CEO της Intel υποστηρίζει πως οι δημόσιες επενδύσεις θα βοηθήσουν την εταιρεία στο να φτάσει και να ξεπεράσει τις οδηγούς της αγοράς Taiwan Semiconductor Manufacturing (TSMC) και Samsung, ενώ θα ενισχύσει την αυτοδυναμία τόσο των ΗΠΑ όσο και της Ευρώπης.

Παράλληλα κινούνται και τα σχέδια των ρυθμιστών της Ιαπωνίας, η οποία έχει υποσχεθεί επενδύσεις στην εγχώρια αγορά κατασκευής μικροτσίπ, μέσω της κατασκευής νέων μονάδων των TSMC, Sony και Denso.

Στη Νότια Κορέα, η κυβέρνηση επενδύει $450 δισ. έτσι ώστε να μετατρέψει τη χώρα στη μεγαλύτερη παραγωγό μικροτσίπ μέχρι το 2030.

Κίνα και Ταϊβάν

Η επίτευξη της τεχνολογικής ικανότητας της TSMC θα είναι δύσκολη εάν κάθε περιοχή προσπαθεί να αναπτύξει εγχώριες μονάδες παραγωγής μικροτσίπ. Η TSMC κατασκευάζει μικροτσίπ για πληθώρα Δυτικών εταιρειών. Η «καρδιά» του κάθε iPhone, για παράδειγμα, κρύβει μικροτσίπ της ταϊβανέζικης εταιρείας. Η πραγματικότητα αυτή προκαλεί ανησυχίες στους στρατηγικούς αναλυτές. Εάν η Κίνα εισβάλλει στην Ταϊβάν, τα πιο εξελιγμένα μικροτσίπ (και η ικανότητα παρασκευής τους) θα πέσουν στα χέρια του Πεκίνου. Υπάρχει, μάλιστα, και στρατηγική αυτόχειρης δολιοφθοράς των ταϊβανέζικων βιομηχανικών μονάδων σε περίπτωση εισβολής έτσι ώστε αυτά να μην καταληφθούν από τους Κινέζους. Η ΤSMC μελετά την κατασκευή νέων μονάδων τόσο στην Αριζόνα όσο και στη Γερμανία αν και τίποτα δεν είναι σίγουρο.

Τα $52 δισ της κυβέρνησης των ΗΠΑ, σύμφωνα με τους ειδικούς, δεν είναι αρκετά για την αμερικανική τεχνολογική βιομηχανία, ενώ οι αναλυτές υπογραμμίζουν πως οι κυβερνήσεις έχουν πρόσφατα σταματήσει οποιεσδήποτε προσπάθειες συγχωνεύσεων, εξαγωγών  και συνεργασιών. Πρόσφατο παράδειγμα το πρόσφατο «όχι» της γερμανικής κυβέρνησης στην πρόταση εξαγοράς της γερμανικής Siltronic από την ταϊβανέζικη GlobalWafer. Οι αναλυτές υπογραμμίζουν πως οι κινήσεις αυτές υποδεικνύουν πως η Δύση δεν έχει τη διάθεση για συνεργασία με την Ασία. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος μπλόκαρε την εξαγωγή μικροτσίπ της ολλανδικής ASML Holding στην Κίνα κατά τη διάρκεια της προεδρίας τόσο του Donald Trump όσο και του Joe Biden.

ΗΠΑ και Ευρώπη

Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θα αναλύσουν τις τακτικές τους κατά τη διάρκεια του Trade and Technology Council. Παρ’ όλα αυτά δεν υπάρχει ακόμα κάποιο πλάνο συνεργασίας ενώ οι διπλωμάτες προσπαθούν ακόμα να «κλείσουν τις ανοιχτές πληγές» που άφησε πίσω του ο Trump.

Αν και το επίκεντρο της προσοχής των Αμερικανών βρίσκεται στην Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει επιδοτήσεις για τη βελτίωση της αυτάρκειάς της, έχοντας μάθει πολύτιμα μαθήματα από την κατάσταση με τα εμβόλια κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Σύμφωνα με τον επίτροπο εμπορίου της Ε.Ε., Thierry Breton, το πρόγραμμα Defense Production Act των ΗΠΑ αποτέλεσε και την έμπνευση για παρόμοια κίνηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σύμφωνα με τον ίδιο τα πλάνα αυτά δεν αποτελούν σχέδιο προστατευτισμού και αυτονομίας αλλά θα δώσουν στην Ε.Ε. τη δυνατότητα του ανταγωνισμού.

Υπάρχει, βέβαια, και αρκετός σκεπτικισμός όσον αφορά την προσπάθεια αυτή, δεδομένου ότι η Ένωση είχε προβεί σε παρόμοιες κινήσεις πριν από μια 10ετία και είχε αποτύχει. Τώρα, ο στόχος των Ευρωπαίων ηγετών για το 2030 είναι η παραγωγή του 20% των μικροτσίπ παγκοσμίως να γίνεται στην Ευρώπη. Πολλά στελέχη εταιρειών, όμως, όπως ο CEO της NXP, Kurt Sievers υποστηρίζουν πως η Ένωση θα πρέπει να επικεντρωθεί στην παραγωγή και την προσφορά των «κοινών» μικροτσίπ και όχι αυτών νέας τεχνολογίας έτσι ώστε να καταπολεμηθεί η παρούσα κρίση και έλλειψη στην αγορά.  

Ό,τι και να αποφασίσουν οι κυβερνήσεις της Δύσης, οι insiders της βιομηχανίας συμφωνούν πως τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρώπη θα βασίζονται διαχρονικά στην Ασία όσον αφορά τις πρώτες ύλες τους. Υπάρχει, παράλληλα, και η πιθανότητα ελλείψεων σε αρκετές κατηγορίες μικροτσίπ εάν οι κυβερνήσεις ζητήσουν από τις εταιρείες τεχνολογίας να επικεντρωθούν στην παραγωγή συγκεκριμένων τύπων.

 

ΠΗΓΗ: newmoney.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ