Όλοι κοιτάζουν προς την Fed για τόνωση της ζήτησης, αλλά εκείνη δεν μπορεί

Είναι μάλλον αμφίβολο αν η ενθάρρυνση της αύξησης της ροής των πιστώσεων θα έχει αποτέλεσμα.
© The Financial Times Limited 2019. All Rights Reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd. Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Sigmalive is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation.

Δεν είναι λίγοι οι επενδυτές που τρέφουν την ελπίδα ότι η Fed θα στηρίξει τις επενδυτικές τους προσπάθειες, με την αμερικανική κεντρική τράπεζα να έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι επιθυμεί συνέχιση της οικονομικής επέκτασης.

Ταυτόχρονα, έχει προσφέρει διασφαλίσεις σε fund managers που κοιτάζουν προς το μέρος της ώστε να διασκεδάσει μερος της δυσφορίας που εκφράζεται στις αγορές λόγω των δραματικά χαμηλότερων αποδόσεων των ομολόγων και της αντιστροφής της καμπύλης αποδόσεων.

Ωστόσο, η απόλυτη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της Fed προικειμένου να αντιστραφούν τα οι συνέπειες από τα γεγονότα του Αυγούστου, χαρακτηρίζεται ως μάλλον λανθασμένη, κι αυτό διότι το βασικό εργαλείο που έχει η Fed στη διάθεσή της, άλλωστε, είναι να μειώνει τα επιτόκια. Είναι σαν να ανοίγεις τη βρύση για να περάσει το νερό, μόνο που αντί για νερό η Fed ανοίγει την κάνουλα για πιστώσεις. 
Ως εκ τούτου, με την μείωση του κόστους δανεισμού, η Fed ενθαρρύνει τις εταιρείες και τα νοικοκυριά να προχωρήσουν σε νέο δανεισμό. 

Από την άλλη πλευρά, είναι μάλλον αμφίβολο αν η ενθάρρυνση της αύξησης της ροής των πιστώσεων θα έχει αποτέλεσμα, καθώς το κόστος κόστη δανεισμού έχει βυθιστεί σε ιστορικά χαμηλά ή πλησίον αυτών για πάνω από μια δεκαετία, την ώρα που οι περισσότερες εταιρείες δεν δυσκολεύονται να δανειστούν αυτά που θέλουν, αν κρίνουμε από την ταχύτατη αύξηση της αγοράς αμερικανικού εταιρικού χρέους.

Ποια είναι λοιπόν η πραγματική πρόκληση; Μάλλον η ενίσχυση της κατανάλωσης και των δαπανών.

Εκεί, η Fed ασκεί σαφώς λιγότερο έλεγχο, με τις κεφαλαιουχικές δαπάνες των αμερικανικών εταιρειών έχουν επιβραδυνθεί και αναμένεται να αυξηθούν κατά μόλις 3,5% φέτος, σύμφωνα με τη Citi, καταγράφοντας σημαντική πτώση από την πρόβλεψη για αύξηση 4,2% πριν από λίγους μήνες. Ο πιο κοινός λόγος που δίνεται, είναι η αβεβαιότητα αναφορικά με τη δημόσια πολιτική, και συγκεκριμένα αναφορικά με τον συνεχιζόμενο εμπορικό πόλεμο.

Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία για τα διαρκή αγαθά τα οποία δημοσιοποιήθηκαν αυτήν την εβδομάδα για τον μήνα Ιούλιο, ήταν μεν θετικά, αλλά με μια δεύτερη ανάγνωση δείχνει μια διαφορετική εικόνα. 
Αν εξαιρέσει κανείς την σημαντική αύξηση στα αεροσκάφη και εξαρτήματα, οι παραγγελίες βασικών κεφαλαιουχικών αγαθών ήταν μειωμένες κατά 0,3% σε ετήσια βάση, ήτοι την πιο αδύναμη μέτρηση αρκετών ετών.

Τα πολύ άσχημα αυτά στοιχεία εμφανίστηκαν λίγο αφότου κάποια άλλα στοιχεία έδειξαν πως ο αμερικανικός μεταποιητικός τομέας βρέθηκε σε μια σπάνια περίοδο συρρίκνωσης, καθώς ο δείκτης PMI μεταποίησης του IHS Markit για τις ΗΠΑ διολίσθησε στις 49,9 μονάδες αυτόν το μήνα, υποχωρώντας χαμηλότερα του ουδέτερου επιπέδου των 50 μονάδων για πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο του 2009.
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ