Η παγκόσμια οικονομική κρίση και οι προεκτάσεις

Για το 2020 οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες καθώς η πτώση του ΑΕΠ στις περισσότερες χώρες θα είναι μεγαλύτερη του 7,5%. 

Του Ανδρέα Θεοφάνους*

Αρκετοί ηγέτες μεγάλων κρατών καθώς και υψηλοί αξιωματούχοι διεθνών οργανισμών υπογραμμίζουν ότι η υφιστάμενη κρίση είναι η μεγαλύτερη από την εποχή του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.  Για το 2020 οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες καθώς η πτώση του ΑΕΠ στις περισσότερες χώρες θα είναι μεγαλύτερη του 7,5%.  Παράλληλα υπάρχουν εκτιμήσεις που παραπέμπουν σε ανάκαμψη το 2021.  Η πραγματικότητα όμως είναι ότι πολλά θα εξαρτηθούν από την πορεία της πανδημίας.

Είναι σημαντικό να αξιολογηθεί το περιεχόμενο της κρίσης και πάνω απ’ όλα πως αντιμετωπίζεται με τρόπο ούτως ώστε το πολυδιάστατο κόστος να είναι το λιγότερο δυνατό.  Το κλείσιμο επιχειρήσεων και η ανεργία δημιουργούν προβλήματα με διαχρονικές προεκτάσεις.  Παράλληλα επισημαίνεται ότι τομείς όπως οι αερομεταφορές και ο τουρισμός έχουν υποστεί τεράστιο πλήγμα και η ανάκαμψη θα απαιτήσει περισσότερο καιρό.  Με βάση διάφορους υπολογισμούς εάν η πανδημία αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά οι δύο αυτοί τομείς αναμένεται να επανέλθουν στα προ της κρίσης επίπεδα το 2024.  Προφανώς οι συνέπειες είναι πολυδιάστατες.

Η κρίση αυτή εκδηλώθηκε ενώ στις περισσότερες χώρες ήδη υπήρχαν πολύ σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα.  Μεταξύ άλλων, σημειώνονται τα ψηλά επίπεδα χρέους, η ανισότητα καθώς και το γεγονός ότι εκατομμύρια άνθρωποι είτε είναι εκτός αγοράς εργασίας είτε υποαπασχολούνται.

Προφανώς βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο με πολλές αλλαγές σε όλα σχεδόν τα επίπεδα.  Η ΕΕ προσπαθεί να αντιδράσει ποικιλοτρόπως.  Και ενώ η στάση της είναι καλύτερη σε σχέση με την προηγούμενη κρίση, οι δράσεις που έχουν ήδη αναληφθεί δεν αρκούν.  Τελικά θα απαιτηθεί ένα νέο Σχέδιο Μάρσιαλ για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης.  Είναι όμως αμφίβολο κατά πόσον η ΕΕ και πάνω απ’ όλα η Γερμανία θα τολμήσουν να προχωρήσουν με τις αναγκαίες ριζοσπαστικές αλλαγές.

Το μέγεθος της κρίσης είναι τέτοιο που επηρεάζει και ευρύτερες γεωστρατηγικές και πολιτικές εξελίξεις.  Ακόμα και πριν από την εκδήλωση της πανδημίας υπήρχε μια αναδίπλωση ή τουλάχιστον επιβράδυνση σε ορισμένους συντελεστές της παγκοσμιοποίησης.  Ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, υπήρξαν δύο σημαντικά γεγονότα: το δημοψήφισμα για το Brexit  και η εκλογή Τράμπ στις ΗΠΑ.  Τα θέματα αυτά κυριαρχούν στην πολιτική ατζέντα των ΗΠΑ εν όψει των επερχόμενων προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου.  Και η έκβασή τους αναπόφευκτα θα έχει ευρύτερες προεκτάσεις. 

Συνήθως οι μεγάλες κρίσεις συνοδεύονται με σαρωτικές πολιτικές αλλαγές καθώς και ενίσχυση ήδη υφιστάμενων ρευμάτων.  Στη σημερινή συγκυρία η ξενοφοβία και η επιθυμία για αποτελεσματική αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ρευμάτων αποτελούν ισχυρές τάσεις με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις.  Με το ίδιο σκεπτικό η έννοια της ταυτότητας αναδεικνύεται σε μείζον θέμα.  Αξίζει να σημειωθεί, ως παράδειγμα, ότι στην Τουρκία η αλλαγή υποδείγματος και η στροφή προς τον Νέο-Οθωμανισμό συνοδεύεται με ένα επικίνδυνο αναθεωρητισμό ο οποίος αποτελεί απειλή για την ειρήνη και την σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.  Η οικονομική κρίση στην Τουρκία, η οποία είχε αρχίσει πριν από την πανδημία, φαίνεται ότι εξωθεί το καθεστώς Ερντογάν σε ολοένα και περισσότερο επικίνδυνους τυχοδιωκτισμούς.

Η κρίση αυτή επανάφερε στο προσκήνιο την πρωτοκαθεδρία του έθνους-κράτους ως τον πιο σημαντικό δρώντα στις διεθνείς σχέσεις.  Όμως η τάση αυτή δεν συνεπάγεται τη μείωση της σημασίας των διακρατικών συνεργασιών σε διμερές, πολυμερές και σε διεθνές επίπεδο.  Επί τούτου σημειώνεται ότι οι ΗΠΑ, η ΕΕ και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχαν υποτιμήσει τις συνέπειες της εκδήλωσης της πανδημίας COVID-19.  Η εμπειρία των τελευταίων μηνών παραπέμπει στην αναγκαιότητα των συλλογικών δράσεων για την αντιμετώπιση κρίσεων παγκόσμιας εμβέλειας.

Εκ του αποτελέσματος η υφιστάμενη κρίση έχει οδηγήσει στην αμφισβήτηση των σκληρών νεοφιλελεύθερων προσεγγίσεων των τελευταίων ετών.  Εκτός από την επαναφορά του έθνους-κράτους στο προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής αναδεικνύεται ξανά ο απαραίτητος ρόλος του κράτους στην οικονομία και το κοινωνικό γίγνεσθαι της κάθε χώρας.  Η καθοριστική αυτή αλλαγή συμβαδίζει με την αναζήτηση ενός ολοκληρωμένου κοινωνικο-οικονομικού υποδείγματος το οποίο να εμπεριέχει κατευθυντήριες γραμμές στα σημαντικά ζητήματα, όπως η απασχόληση, η εκπαίδευση, η υγεία, η τεχνολογία, η καινοτομία, οι εργασιακές σχέσεις, η επιχειρηματικότητα και η δημιουργία ευκαιριών.  Καθοριστικής σημασίας είναι και η διαχείριση των ενεργειακών πόρων καθώς και η προστασία του περιβάλλοντος.  Στο υπόδειγμα αυτό θα πρέπει επίσης να δίδεται η απαραίτητη σημασία σε νέες προσεγγίσεις, νοοτροπίες καθώς και στην καλλιέργεια ενός νέου αξιακού συστήματος.  Καθοριστικής σημασίας είναι η προώθηση της ευνομίας, της ισοτιμίας των πολιτών και της αξιοκρατίας.  Επιπρόσθετα ενώ η δαιμονοποίηση του κέρδους είναι λανθασμένη ο στόχος του υπερκέρδους δεν πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα.

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μένει ανεπηρέαστη από την πολυδιάστατη διεθνή κρίση και τις νέες τάσεις.  Η Κύπρος καλείται να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια του παραγοντισμού, των πελατειακών σχέσεων και του επαρχιωτισμού (parochialism).  Απαιτείται ένα αποτελεσματικό κράτος το οποίο να δρα με πλήρη αντίληψη του πολυδιάστατου στρατηγικού, κοινωνικού και διαιτητικού του ρόλου. Εξ ίσου σημαντική είναι η οικοδόμηση μιας ισχυρής οικονομίας καθώς και η αποκατάστασή της κοινωνικής συνοχής.  Μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα ανταποκριθούμε με επιτυχία στις υφιστάμενες προκλήσεις και να ατενίσουμε το μέλλον με αισιοδοξία. 

*Ο Καθηγητής Ανδρέας Θεοφάνους είναι Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων καθώς και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

-

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ