Η γεωπολιτική συναντά τη γεωοικονομία στην Ουκρανία

Η γεωπολιτική παραμένει μια διαρκής μεταβλητή στις χρηματαγορές και ειδικά στις τιμές πετρελαίου και τροφίμων.

Οι διεθνείς χρηματαγορές ταλαντεύονται έντονα από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2021, όταν και ξεκίνησε η γεωπολιτική αντιπαράθεση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας με επίκεντρο την Ουκρανία, όπως επίσης και η γεωοικονομική αντιπαράθεσή τους για τη μη έγκριση του αμφιλεγόμενου υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2. Πρόκειται για τον αγωγό που θα μετέφερε αέριο από τη Ρωσία (Σιβηρία) στη Γερμανία μέσω της Βαλτικής Θάλασσας. Η αντιπαράθεση προκάλεσε τον περιορισμό στη ροή φυσικού αερίου προς την Ευρώπη από την Gazprom ως μοχλό πίεσης.

Η γεωπολιτική παραμένει μια διαρκής μεταβλητή στις χρηματαγορές και ειδικά στις τιμές πετρελαίου και τροφίμων.

Υπάρχουν αρκετά τρανταχτά ιστορικά γεγονότα που το αποδεικνύουν, όπως το εμπάργκο πετρελαίου από τα αραβικά κράτη το 1973 μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ στο Ισραήλ, η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 1991, η 11η Σεπτεμβρίου 2001, η δεύτερη εισβολή στο Ιράκ το 2003, ο εμφύλιος στη Λιβύη για την ανατροπή του δικτάτορα Καντάφι το 2011, οι συρράξεις σε Κριμαία και Ντονμπάς στην Ουκρανία το 2014-15 και οι διαρκείς περιφερειακές εντάσεις σε Καύκασο, Βόρεια Αφρική και Περσικό Κόλπο.

Η παγκόσμια οικονομία και οι τιμές των εμπορευμάτων επηρεάστηκαν επίσης από μια σειρά από διπλωματικούς και εμπορικούς πολέμους την τελευταία πενταετία. Σημαντικότεροι είναι οι εμπορικοί πόλεμοι με δασμούς και κυρώσεις που εξαπέλυσε ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εναντίον κυρίως της Κίνας το 2017 και κατά δεύτερον εναντίον παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και το Μεξικό, σε συνάρτηση με την ταυτόχρονη αποχώρηση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν το 2018.

Πλήγμα στην οικονομία της Ρωσίας από τις κυρώσεις

Το αποκορύφωμα της γεωπολιτικής διένεξης της Ρωσίας με τη Δύση ήταν η εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου, μετά από διαταγή του Ρώσου Προέδρου. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν την αποκάλεσε «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» για να απαλλάξει την Ουκρανία από τους επικίνδυνους εθνικιστές, για να αποτρέψει την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ και για να διορθώσει τα ιστορικά λάθη των προηγούμενων Σοβιετικών ηγετών που παραχώρησαν «ρωσικά» εδάφη στην Ουκρανία.

Ακολουθώντας τα τραγικά γεγονότα της εισβολής, οι δυτικές χώρες, με πρωτοστάτη τις ΗΠΑ και κατά δεύτερον την Ευρωπαϊκή Ένωση, επέβαλαν αυστηρές οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία και στους ολιγάρχες της, σε μια προσπάθεια να αναγκάσουν τον Πρόεδρο Πούτιν να σταματήσει την εισβολή.

Οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου της χώρας, όπως οι Rosneft και Gazprom, έχουν δεχτεί μεγάλο πλήγμα, καθώς έχουν αποκλειστεί σε μεγάλο βαθμό από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ έχουν αποχωρήσει και οι στρατηγικοί συνέταιροί τους από τις κοινοπραξίες εκμετάλλευσης κοιτασμάτων στη Ρωσία, όπως οι δυτικές Shell, Exxon Mobil, Chevron και BP, στερώντας τεχνολογική και εφοδιαστική υποστήριξη.

Παρόμοια είναι η εικόνα και στη βιομηχανία των μετάλλων, με την Αυστραλία να προχωρά σε απαγορευτικό εξαγωγών βωξίτη και αλουμίνας, βασικών υλικών για την παραγωγή του αλουμινίου.

Στόχος των κυρώσεων είναι ο στενός φίλος και χρηματοδότης του Προέδρου Πούτιν, ο επονομαζόμενος «βασιλιάς του αλουμινίου» Όλεγκ Ντεριπάσκα. Η εταιρεία του, Rusal Aluminum, συμμετέχει σε κοινοπραξία με τον αυστραλιανό γίγαντα Rio Tinto και οι κυρώσεις είναι μια κίνηση που περιορίζει τη δυνατότητα της Ρωσίας για παραγωγή αλουμινίου, το οποίο είναι αναγκαίο για πολεμικά αεροπλάνα, ελικόπτερα και στρατιωτικά οχήματα.

Οι ρωσικές κυρώσεις, το πρόσφατο πραξικόπημα στην αφρικανική Γουινέα, η οποία είναι η 2η παγκοσμίως σε παραγωγή βωξίτη, και η μεγάλη ζήτηση για αλουμίνιο από την Κίνα και τις αυτοκινητοβιομηχανίες εκτόξευσαν την τιμή του αλουμινίου κοντά στα υψηλά των $4.000/lb, σχεδόν διπλάσια από τις αρχές του 2021.

Ράλι στα εμπορεύματα

Το αποτέλεσμα των κυρώσεων, των στρατιωτικών επιχειρήσεων και του κλεισίματος σημαντικών εξαγωγικών λιμανιών σε Μαριούπολη, Οδησσό και Νοβοροσίσκ, στη Μαύρη Θάλασσα, ήταν η εκτίναξη στις τιμές των εμπορευμάτων (commodities) που παράγουν Ρωσία και Ουκρανία. Οι δύο χώρες έχουν σημαντικά μερίδια στις παγκόσμιες αγορές σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακα, σιδηρομετάλλευμα, χρυσό, ουράνιο, σιτηρά, νικέλιο, παλλάδιο, χαλκό και αλουμίνιο. Τα τεκταινόμενα προκάλεσαν μεγάλη πτώση και στα νομίσματα των δύο χωρών.

Ο δείκτης εμπορευμάτων Bloomberg Commodity Index κέρδισε 10% από την αρχή της ρωσικής εισβολής, σχεδόν 25% από τις αρχές του 2022 και πέραν του 35% από την αρχή της κρίσης στην Ουκρανία τον Οκτώβριο του 2021.

Εντυπωσιακή ήταν η άνοδος του παλλαδίου, ενός σημαντικού μετάλλου για τους καταλύτες στα αυτοκίνητα. Η Ρωσία εξάγει σχεδόν το 50% των παγκόσμιων αναγκών. Το παλλάδιο τύγχανε διαπραγμάτευσης στα $1.500/ουγγιά στις 15 Δεκεμβρίου 2021, με την τιμή του να καταγράφει μια τρελή άνοδο πέραν των 130% στα $3.500/ουγγιά στις 7 Μαρτίου 2022, λόγω των κυρώσεων στη Ρωσία.

Το νέο σοκ του πετρελαίου: Άνοδος μέχρι τα $140 το βαρέλι

Οι επενδυτές και όλος ο πλανήτης παρακολούθησαν με κομμένη την ανάσα και με μια σχετική αμηχανία τις τιμές του πετρελαίου τύπου Brent να σκαρφαλώνουν ενδοσυνεδριακά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008. Είχαν αγγίξει τα $140/βαρέλι τα ξημερώματα της Καθαράς Δευτέρας, 7 Μαρτίου 2022, ενώ οι τιμές του αμερικανικού αργού WTI ανέβηκαν μέχρι τα $132/βαρέλι, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Ακολούθως, οι τιμές του πετρελαίου διορθώθηκαν απότομα κατά 30%, καταφέρνοντας όμως να διατηρηθούν πάνω από το επίπεδο των $100, εν μέσω απειλών για εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο, το οποίο θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ενεργειακή ισορροπία της Ευρώπης, η οποία εξαρτάται κατά 25% από τις ρωσικές εισαγωγές.

Η Ρωσία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο με 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως (bpd) σε εξαγωγές αργού (crude oil) και επιπλέον 3 εκατομμύρια bpd εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων πετρελαίου (distillate fuels), όπως βενζίνη, κηροζίνη, diesel, mazut, νάφθα και πετροχημικά.

Οι ενεργειακοί αναλυτές πιστεύουν ότι η παγκόσμια αγορά θα στερηθεί 2 με 3 εκατ. βαρέλια ρωσικού πετρελαίου την ημέρα από το σύνολο των 8 εκατ. που εξάγει η χώρα. Αυτό λόγω των κυρώσεων και της στροφής των αγοραστών (ευρωπαϊκά διυλιστήρια κυρίως) προς άλλες χώρες-προμηθευτές, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι ΗΠΑ ήταν η πρώτη χώρα στην παραγωγή πετρελαίου το 2021 με 11,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ακολουθούν Ρωσία και Σαουδική Αραβία με 11 εκατ., ενώ ο Καναδάς, το Ιράκ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παράγουν κοντά στα 4 εκατ. βαρέλια, από το σύνολο των 100 εκατ. βαρελιών της ημερήσιας παγκόσμιας παραγωγής. Από αυτή την παραγωγή το 70% καταλήγει σε αγοραστές στην Ασία.

Αυτές οι εξελίξεις από το μέτωπο της Ρωσίας ήρθαν στο χειρότερο χρονικό σημείο για την πετρελαϊκή αγορά, καθώς ήδη βρισκόταν σε μια ανισορροπία ζήτησης/προσφοράς που είχε ανεβάσει τις τιμές κοντά στα $90/βαρέλι πριν από την εισβολή.

Δυστυχώς, οι τιμές πετρελαίου θα παραμείνουν πιεσμένες και με μεγάλη μεταβλητότητα για το επόμενο διάστημα ως αποτέλεσμα των λόγων που παρατίθενται πιο κάτω:

1. Η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου ήταν ήδη ανεπαρκής για να καλύψει τη μεγάλη ζήτηση για πετρελαϊκά προϊόντα μετά την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας από την πανδημία.

2. Η απροθυμία του ΟΠΕΚ να αυξήσει την παραγωγή του πέρα από τη συμφωνημένη σταδιακή αύξηση των 400.000 βαρελιών την ημέρα κάθε μήνα.

3. Η περιορισμένη πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, που θα μπορούσε να αυξήσει την προσφορά κατά 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα σύντομα και να αντισταθμίσει κατά το ήμισυ την απώλεια του ρωσικού πετρελαίου.

4.  Οι ελλιπείς έως και μηδενικές επενδύσεις για έρευνα και εξόρυξη νέων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω των δράσεων για μετάβαση στην πράσινη ενέργεια.

5.  Η ζημιά στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα λόγω της πανδημίας και των lockdowns που εκτόξευσαν το κόστος μεταφοράς και ναύλων.

6. Τα χαμηλά επίπεδα-ρεκόρ των αποθηκευτικών χώρων σε αργό πετρέλαιο, βενζίνη και diesel.

7.  Οι συχνές διαταραχές στην παραγωγή πετρελαίου από χώρες που μαστίζονται από εμφυλίους πολέμους, οικονομικά προβλήματα ή διεθνή εμπάργκο, όπως είναι το Ιράκ, η Λιβύη, η Νιγηρία, η Ανγκόλα, η Βενεζουέλα και το Ιράν.

8.  Οι συχνές γεωπολιτικές εντάσεις και τα ανοιχτά μέτωπα σε Αζερμπαϊτζάν, Αφγανιστάν, Υεμένη και Στενά του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο, καθώς και η πειρατεία στη Σομαλία, που ανεβάζουν το κόστος των ασφαλίστρων και προσθέτουν ένα γεωπολιτικό premium στις τιμές της ενέργειας.

Ιλιγγιώδεις διακυμάνσεις στις τιμές του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου

Μεγάλα σκαμπανεβάσματα παρατηρήθηκαν και στις τιμές του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου «Dutch TTF» στον κόμβο του Άμστερνταμ στην Ολλανδία. Κινήθηκαν έντονα ανοδικά κατά 400%, μέσα σε λίγους μόνο μήνες, και έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδο όλων των εποχών, στα €345/MWh (ανά μεγαβατώρα) στις 7 Μαρτίου 2022.

Ακολούθως, οι τιμές διορθώθηκαν απότομα κατά 70% κοντά στα €100/MWh μέσα σε μόλις 10 συνεδριάσεις. Αιτίες της πτώσης ήταν οι πρώτες ενδείξεις προόδου στις συνομιλίες Ρωσίας και Ουκρανίας, η κανονική ροή ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη παρά τον πόλεμο, οι εισαγωγές LNG από τις ΗΠΑ και η πρόθεση της Νορβηγίας να αυξήσει την παραγωγή και την παροχή φυσικού αερίου τους επόμενους μήνες για να μετριαστεί η έλλειψη προσφοράς στην Ευρώπη.

Η Ρωσία καλύπτει περίπου το 40% των αναγκών της Ευρώπης σε φυσικό αέριο, η Νορβηγία το 25%, η Αλγερία το 10%, ενώ το υπόλοιπο καλύπτεται από μεγάλες ροές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) κυρίως από τις ΗΠΑ και σε δεύτερο χρόνο από Αυστραλία και Κατάρ.

Οι αμερικανικές εξαγωγές LNG στην Ευρώπη κατάφεραν να αναδειχτούν έστω και προσωρινά σε «σανίδα σωτηρίας» και να «ζεστάνουν» τη Γηραιά Ήπειρο κατά τους χειμερινούς μήνες που μας πέρασαν. Η Ευρώπη ταλαιπωρήθηκε από τις μειωμένες ροές φυσικού αερίου από τη Ρωσία, οι οποίες προκάλεσαν μια πρωτόγνωρη ενεργειακή κρίση, με υψηλές τιμές ηλεκτρισμού και αγαθών για τα νοικοκυριά. Όλα αυτά οδήγησαν τον πληθωρισμό πέραν του 5% στην Ευρωζώνη.

Τιμές-ρεκόρ σε σιτηρά και λιπάσματα

Η ρωσική εισβολή έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη μείωση προσφοράς σιτηρών από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς Ρωσία και Ουκρανία μαζί παράγουν το 30% του σιταριού παγκόσμια, ενώ εξάγουν το 25% των παγκόσμιων αναγκών για ανθρώπινη διατροφή και ζωοτροφή.

Οι τιμές των κυριότερων σιτηρών (σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι), της σόγιας και του ηλιελαίου έχουν κερδίσει πέραν του 40% από την ημέρα της ρωσικής εισβολής, ενώ έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από τον Οκτώβριο του 2021, οπότε και είχαν αρχίσει οι πρώτες ρωσικές στρατιωτικές ασκήσεις στα σύνορα της Ουκρανίας.

Επιπρόσθετες ανησυχίες στην αγροτική και γεωργική κοινότητα προκαλούν και οι κυρώσεις στις εξαγωγές λιπασμάτων από Ρωσία και Λευκορωσία, οι οποίες εκτίναξαν τις τιμές τους σε απαγορευτικά για τους παραγωγούς πολυετή υψηλά.

Ρωσία και Λευκορωσία αντιπροσωπεύουν πέραν του 20% της παγκόσμιας παραγωγής λιπασμάτων. Είναι σημαντικοί παραγωγοί ποτάσας και φωσφορικών και αζωτούχων λιπασμάτων, που είναι τα κύρια θρεπτικά συστατικά για τις καλλιέργειες, καθώς βοηθούν στην αύξηση του όγκου της παραγωγής αλλά και στην ενδυνάμωση του καλλιεργήσιμου εδάφους με θρεπτικά συστατικά. Οι μειωμένες εξαγωγές λιπασμάτων θα επιβαρύνουν την ήδη ταλαιπωρημένη από την πανδημία του COVID-19 αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής των αγροτών. Μοιραία η αύξηση αυτή θα οδηγήσει σε ακόμη υψηλότερες τιμές των τροφίμων και σε μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Παγκόσμια επισιτιστική κρίση προ των πυλών;

Υπάρχει μια διάχυτη ανησυχία ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση στην Ουκρανία θα διατηρήσει τις τιμές των σιτηρών σε επίπεδα-ρεκόρ για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο με τη σειρά του πιθανόν να δημιουργήσει μια νέα επισιτιστική κρίση, κυρίως στους πληθυσμούς που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας σε χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Χώρες με μεγάλο πληθυσμό, όπως οι Αίγυπτος, Τουρκία, Σομαλία, Σουδάν, Υεμένη, Λίβανος, Κονγκό, Τυνησία και Λιβύη, εισάγουν πέραν του 50% των συνολικών τους αναγκών σε σιτηρά από τους σιτοβολώνες της Μαύρης Θάλασσας, και ειδικά από τα πλούσια σε πρωτεΐνες σιτηρά της Ουκρανίας και της Ρωσίας.

Οι κυβερνήσεις των εν λόγω χωρών ανησυχούν ότι τα αποθέματα σε σιτάρι λόγω μειωμένων εισαγωγών από τη Μαύρη Θάλασσα δεν θα επαρκούν για να καλύψουν τις διατροφικές ανάγκες εν μέσω του Ραμαζανίου, που άρχισε στις 2 Απριλίου. Για μια περίοδο ενός μηνός, οι μουσουλμάνοι θα νηστεύουν τρώγοντας μόνο ψωμί και λαχανικά.

Οι πολιτικοί αναλυτές φοβούνται επανάληψη των κοινωνικών εξεγέρσεων του 2008 και του 2011, καθώς το ψωμί είναι το κύριο συστατικό στην καθημερινή διατροφή για δεκάδες εκατομμύρια πολίτες αυτών των χωρών. Σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος ενέργειας και τροφίμων, η έλλειψη σε σιτηρά θα μπορούσε να προκαλέσει κοινωνικές ταραχές.

Στις αρχές του 2008, το σιτάρι είχε σκαρφαλώσει κοντά στα $8/μπούσελ, ως απότοκο της μειωμένης συγκομιδής ρυζιού σε Ινδία και Βιετνάμ, προκαλώντας βίαιες διαδηλώσεις σε πολλές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Κεντρικής Αμερικής.

«Αραβική Άνοιξη» εν μέσω έλλειψης σιταριού

Παρόμοιο επισιτιστικό πρόβλημα επαναλήφθηκε το 2011, όταν μια σοβαρή ξηρασία στη Ρωσία το 2010 είχε μειώσει τη σοδειά σιτηρών, ξανανεβάζοντας την τιμή του σιταριού στα επίπεδα των $8/μπούσελ (μετά από μια περίοδο 3 χρόνων ηρεμίας στα $3-4/μπούσελ).

Η νέα κρίση στο ψωμί δημιούργησε τη γνωστή «Αραβική Άνοιξη» στις μουσουλμανικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, αφού προκάλεσε σοβαρές ταραχές, πρώτα στην Τυνησία, μετέπειτα στην Αίγυπτο –με αποτέλεσμα την πτώση του Προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ έπειτα από 30 χρόνια στην εξουσία– και εν τέλει στη Συρία, με την έναρξη του δεκαετούς και πολύνεκρου εμφυλίου πολέμου.

 

Déjà vu: Το ουκρανικό σιτάρι αλλάζει για άλλη μια φορά την πορεία

της ιστορίας

Ο διακαής πόθος του Πούτιν να διορθώσει, όπως διατείνεται, τα λάθη της ιστορίας και ειδικά το ιστορικό λάθος να παραμείνουν οι ρωσόφωνες περιοχές (με μεγάλο ελληνικό πληθυσμό) της Κριμαίας, της Οδησσού, της Μαριούπολης, του Χάρκοβου και του Ντόνετσκ στο νέο κράτος της Ουκρανίας μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, εξηγεί την αποφασιστικότητά του να κατακτήσει πάση θυσία αυτές τις περιοχές.

Ο Πούτιν ελπίζει να αποκαταστήσει τον παλιό δρόμο των εξαγωγών ουκρανικού, ρωσικού και μολδαβικού σιταριού, όπως επίσης άνθρακα, σιδηρομεταλλεύματος, φρούτων, λαχανικών και άλλων προϊόντων. Εκεί απ’ όπου τόσο η Ρωσική Αυτοκρατορία (1721-1916) όσο και η Σοβιετική Ένωση (1917-1991) εξήγαγαν το σιτάρι μέσω του κοσμοπολίτικου λιμανιού της Οδησσού στον υπόλοιπο κόσμο, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι το Λονδίνο.

Επίσης, μεγάλες εξαγωγές σιταριού γίνονταν διά μέσου του ποταμού Δούναβη με ποταμόπλοια προς τις αναπτυσσόμενες-βιομηχανικές παραδουνάβιες πόλεις της κεντρικής Ευρώπης, όπως επίσης και διά μέσου του ποταμού Δνείπερου μέσω Κιέβου στις βόρειες χώρες της Βαλτικής και της Σκανδιναβίας.

Από την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης της Τσαρίνας (1729-1796) και μετέπειτα, οι Ρώσοι και οι Σοβιετικοί καλλιεργούσαν και εμπορεύονταν το πολύτιμο σιτάρι από τους ατελείωτους σιτοβολώνες που βρίσκονταν κατά μήκος της μεγάλης στέπας (πεδιάδες χωρίς δέντρα, με χαμηλή βλάστηση) που ξεκινούσε από τις εύφορες πεδιάδες του Δούναβη στη Βουλγαρία. Περνούσαν βόρεια από την παλιά Μολδοβλαχία (σημερινή Ρουμανία και Μολδαβία), συνεχίζοντας στα νότια επίπεδα και παραθαλάσσια εδάφη της Ουκρανίας και μετά στις εύφορες πεδιάδες του Αζόφ-Κουμπάν-Κράσνονταρ στα βόρεια του Καυκάσου, όπου κατέληγαν μέσω του Καζακστάν στη Μογγολία.

Η ιστορία λέει ότι οι Ρώσοι, χωρίς τα μεγάλα έσοδα από το σιτάρι και άλλα εμπορεύματα που διακινούνταν διά μέσου αυτών των εμπορικών δρόμων και λιμανιών και χωρίς την έξοδό τους προς την Αζοφική λιμνοθάλασσα και τη Μαύρη Θάλασσα, θα είχαν παραμείνει κάτω από τη σκιά της Σουηδίας και της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας (1569-1795). Η ξυλεία και τα σιτηρά αυτής της κοινοπολιτείας προμήθευαν την Ευρώπη, της οποίας οι στρατοί και το ναυτικό κυριαρχούσαν στη Βαλτική Θάλασσα. Υπήρχε βεβαίως και η επιρροή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1299-1922), που κυριαρχούσε στις περιοχές της Κριμαίας, του Αιγαίου, της Μαύρης Θάλασσας και του Καυκάσου.

Τέλος, είναι γνωστό ότι η βιομηχανική επανάσταση στην Ευρώπη (1850+) εξαρτάτο τα μέγιστα από τις εισαγωγές εκατομμυρίων τόνων φθηνού ουκρανικού σιταριού από την τότε τσαρική Ρωσία (κυρίως μέσω Ελλήνων καραβοκύρηδων), αναγκαίων για να ταΐσουν τους πεινασμένους εργάτες των εργοστασίων που είχαν μετακινηθεί από την ύπαιθρο στις ραγδαία αναπτυσσόμενες βιομηχανικές μεγαλουπόλεις της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου, της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Αγγλίας.

-

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ