Μόνο τυχαία δεν ήταν η άρνηση του προέδρου Τραμπ να μην συμπεριλάβει τη Ρωσία στη «Μαύρη Βίβλο» των δασμών.
Την ίδια ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωνε στον Κήπο των Ρόδων την επιβολή δασμών σχεδόν σε όλον τον κόσμο, πιο δίπλα ο Στήβεν Γουίτκοφ- ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ για τη Ρωσία, συναντούσε, ίσως τον πιο σημαντικό συνεργάτη του Βλαντιμίρ Πούτιν: Τον Κίριλ Ντμίτριεφ, επικεφαλής του Ρωσικού Ταμείου Άμεσων Επενδύσεων. «Η συνάντηση είχε στόχο την επίτευξη συμφωνίας Μόσχας-Ουάσιγκτον για κοινά επενδυτικά προγράμματα των δύο χωρών στον τομέα της ενέργειας, τόσο στη Ρωσία, όσο και στην μελλοντική Ουκρανία, αλλά και την Αρκτική», τονίζουν στη «Ν» πηγές στη Ρωσική πρωτεύουσα.
Ο Ντμίτριεφ είναι ο πρώτος υψηλόβαθμος Ρώσος αξιωματούχος που επισκέπτεται την Ουάσιγκτον για συνομιλίες, από το 2022.
Εκπρόσωπος του Πούτιν για την οικονομική συνεργασία με ξένες χώρες, ο Ντμίτριεφ εξασφάλισε μάλιστα ειδική, προσωρινή άδεια από το Στέητ Ντηπάρτμεντ για να επισκεφθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς είναι σε καθεστώς κυρώσεων και δεν μπορεί να ταξιδεύει στο εξωτερικό. .
Ο απεσταλμένος του Πούτιν εξέφρασε στο πρακτορείο Tass την ελπίδα ότι θα γίνουν κατανοητές οι ρωσικές θέσεις και θ` ανοίξουν νέες ευκαιρίες για εποικοδομητική συνεργασία στον επενδυτικό και οικονομικό τομέα. «Ο διάλογος μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών – ο πιο σημαντικός για ολόκληρο τον κόσμο – καταστράφηκε ολοσχερώς υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν. Σήμερα, πολλές δυνάμεις που ενδιαφέρονται να διατηρήσουν τις εντάσεις εμποδίζουν την αποκατάσταση της εποικοδομητικής συνεργασίας σε πολλές χώρες του κόσμου. Αυτές οι δυνάμεις διαστρεβλώνουν σκόπιμα τη θέση της Ρωσίας, προσπαθούν να διακόψουν κάθε βήμα προς τον διάλογο, χωρίς να φείδονται ούτε μέσα, ούτε πόρους», έγραψε ο Ντμίτριεφ στο Telegram.
Κοινές εξορύξεις
Ο ειδικός απεσταλμένος του Πούτιν τόνισε ότι η αποκατάσταση του διαλόγου με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια δύσκολη και σταδιακή διαδικασία. «Όμως κάθε συνάντηση, κάθε ειλικρινής συνομιλία, μας επιτρέπει να προχωρήσουμε μπροστά», πρόσθεσε.
Οι συζητήσεις για την ενεργειακή συνεργασία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας είναι το βασικό ζήτημα, που έχει προκύψει άλλωστε, στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων σχετικά με την Ουκρανία.
«Ένα βασικό στοιχείο αυτών των συζητήσεων αφορά την πιθανή αναβίωση κοινών ενεργειακών έργων, συμπεριλαμβανομένου των αγωγού Nord Stream, για τη μεταφορά ρωσικού αερίου στην Ευρώπη.
Για την αποκατάσταση των ζημιών στους τρεις από τους τέσσερις σωλήνες των δύο αγωγών Nord Stream, που ανατινάχτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2022, έχουν δείξει ενδιαφέρον και αμερικανικές εταιρείες. Αμερικανοί επενδυτές με επικεφαλής τον δισεκατομμυριούχο Στίβεν Λιντς, ιδρυτή της επενδυτικής εταιρείας ‘Monte Valle’ και υποστηρικτή του Τραμπ, έχουν εκφράσει δημόσια το ενδιαφέρον του, για να αποκτήσουν τμήμα του φορέα εκμετάλλευσης του Nord Stream 2.
«Μεγάλη παραγγελία»
Πηγή κοντά στη Gazprom ανέφερε μάλιστα ότι η «Pipe Coatings and Technologies», η εταιρεία οποία συμμετείχε στην κατασκευή του Nord Stream 2, ετοιμάζεται να λάβει μια «μεγάλη παραγγελία». «Αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με τα πρόσφατα σχόλια του Πούτιν υπέρ του ενδιάμεσου ρόλου των Αμερικανών επενδυτών στις πωλήσεις φυσικού αερίου στην Ευρώπη, υποδηλώνουν ένα πιθανό πλαίσιο για την αναζωογόνηση των ενεργειακών σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας», τονίζουν παράγοντες της αγοράς.
Το μέλλον του αγωγού «Druzhba», ο οποίος μετέφερε ρωσικό αργό πετρέλαιο στο γερμανικό διυλιστήριο PCK από την έναρξή του, είναι επίσης υπό συζήτηση. Ενώ το διυλιστήριο παραμένει προσωρινά υπό γερμανική διαχείριση, αυτή τη στιγμή λαμβάνει αργό από διάφορες πηγές, μεταξύ άλλων μέσω αγωγών από το Καζακστάν.
Αγορά διυλιστηρίων
Αμερικανοί επενδυτές λέγεται επίσης ότι είναι δυνητικοί αγοραστές του γερμανικού διυλιστηρίου Σβεντ, γεγονός που ενισχύει τα σενάρια, σύμφωνα με τα οποία αμερικανικές εταιρείες ενεργούν ως μεσάζοντες στην προμήθεια ρωσικού πετρελαίου στην Ευρώπη, προς όφελος τόσο της Ρωσίας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ οι Ευρωπαίοι καταναλωτές επωμίζονται το κόστος.
Αυτή η πιθανή ενεργειακή συνεργασία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προηγούμενη δέσμευση της Ευρώπης να καταργήσει σταδιακά τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες εντός πέντε ετών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προγραμματίσει να παρουσιάσει έναν λεπτομερή οδικό χάρτη για την επίτευξη αυτού του στόχου, αλλά αυτά τα σχέδια έχουν τεθεί σε αναμονή.
Τα κίνητρα
Τα κίνητρα πίσω από αυτές τις συζητήσεις είναι πολύπλοκα και συνυφασμένα με γεωπολιτικούς προβληματισμούς. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα τονίσει τον στόχο του να αποτρέψει μια στενότερη συμμαχία μεταξύ Κίνας και Ρωσίας, την οποία θεωρεί «αφύσικη» εταιρική σχέση. Η πρόταση ενεργειακής συνεργασίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια στρατηγική κίνηση με στόχο την ευθυγράμμιση της Ρωσίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει πάντως ότι η επανέναρξη της ενεργειακής συνεργασίας με τη Ρωσία, δεν αποτελεί επιλογή για τις Βρυξέλλες. Χώρες μέλη όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία έχουν υποστηρίξει όμως ανοιχτά, την επανάληψη των αγορών ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Στη Γερμανία επίσης υπάρχουν εσωτερικές διαιρέσεις για το θέμα, καθώς πληθαίνουν οι δυνάμεις αρχίζουν να τάσσονται υπέρ της επιστροφής στον ρωσικό ενεργειακό εφοδιασμό. Ακόμη και μέλη των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, εκφράζουν την προθυμία τους να επανεξετάσουν τη θέση τους για τις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας. Η κατάσταση παραμένει ρευστή, με διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη να ανταγωνίζονται για επιρροή και να επιδιώκουν να διαμορφώσουν το μέλλον των ενεργειακών σχέσεων στην Ευρώπη.
Πηγή: naftemporiki.gr
Διαβάστε επίσης: «Θα το πω πολύ ανοιχτά: θα το νιώσουμε» - Ανήσυχοι οι Γερμανοί επιχειρηματίες