Σωρεία προβλημάτων και σοβαρές αδυναμίες, εντοπίζει η Ελεγκτική Υπηρεσία σε σχέση με τις διαδικασίες που ακολουθούνται στη διενέργεια δημόσιων διαγωνισμών (προκήρυξη/ανάθεση) και τη διαχείριση της εκτέλεσης δημόσιων συμβάσεων έργων από Υπουργεία, Τμήματα και Υπηρεσίες της Κεντρικής Κυβέρνησης, καθώς και οργανισμούς του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα.
Συγκεκριμένα, σε ειδική έκθεση που εξέδωσε σήμερα με θέμα "Διαχειριστικός Έλεγχος Δημοσίων Συμβάσεων - Καθυστερήσεις, Παρατάσεις, Υπερβάσεις Κόστους", η Ελεγκτική Υπηρεσία προέβη σε δειγματοληπτικό έλεγχο συνολικά 181 συμβάσεων, με Αναθέτουσες Αρχές του Δημοσίου και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα.
Από τις 181 συμβάσεις, οι 145 βρίσκονταν μέχρι και το στάδιο της εκτέλεσης ή/και ολοκλήρωσης τους, ενώ οι υπόλοιπες 36 συμβάσεις είχαν υπογραφεί μετά την 1.6.2019 και καθώς ήταν στα αρχικά στάδια της εκτέλεσής τους, λήφθηκαν υπόψη στη διενέργεια του ελέγχου που αφορά μέχρι το στάδιο προκήρυξης-ανάθεσης μόνο.
Αδύναμος κρίκος τα χρονοδιαγράμματα
Στα κυριότερα συμπεράσματα της, η Ελεγκτική Υπηρεσία σημειώνει πως διαφάνηκε ότι επιδείχθηκε σοβαρή καθυστέρηση από τις ΑΑ, ιδιαίτερα κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ της υποβολής των προσφορών και της υπογραφής των συμβάσεων, ανεξαρτήτως του γεγονότος εάν είχε
υποβληθεί ή όχι προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών (ΑΑΠ), παραθέτοντας δύο ενδεικτικά διαγράμματα.
Παράλληλα, επισημαίνει πως σε αρκετές περιπτώσεις το ποσό ανάθεσης των συμβάσεων είχε υπερβεί την εκτιμώμενη αξία των διαγωνισμών, κάτι που καταδεικνύει ότι η εκτίμηση δαπάνης στην οποία είχαν προβεί οι ΑΑ δεν ανταποκρινόταν στα πραγματικά δεδομένα της αγοράς τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο της προκήρυξης των διαγωνισμών.
Διαπιστώνει επίσης, καθυστέρηση στην έναρξη υλοποίησης των συμβάσεων, με το μεγαλύτερο πρόβλημα ωστόσο να εντοπίζεται στο γεγονός ότι στη συντριπτική πλειονότητα των συμβάσεων που ελέγχθηκαν, αυτές είχαν συμπληρωθεί πολύ αργότερα από τον συμβατικό χρόνο ολοκλήρωσής τους.
Περαιτέρω, σημειώνει πως στις περιπτώσεις όπου παραχωρήθηκε δικαιολογημένη παράταση χρόνου από τα αρμόδια όργανα δηλαδή από την Τμηματική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων/Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων (ΤΕΑΑ/ΚΕΑΑ), αυτή επέκτεινε σημαντικά τον συμβατικό χρόνο εκτέλεσης των συμβάσεων.
Ακόμη και σε κάποιες από τις περιπτώσεις όπου είχε εγκριθεί αναθεωρημένη ημερομηνία ολοκλήρωσης των συμβάσεων, η παραλαβή δεν έγινε εντός των αναθεωρημένων χρονοδιαγραμμάτων, επεκτείνοντας ακόμα περισσότερο και αδικαιολόγητα τον χρόνο ολοκλήρωσής τους.
Σημαντική η αύξηση στο τελικό κόστος
Στο πιο κάτω διάγραμμα παρουσιάζεται η κατανομή των συμβάσεων με βάση την εκτιμώμενη αξία τους για το συνολικό δείγμα ελέγχου.
Εντούτοις, ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα που καταγράφει η Ελεγκτική Υπηρεσία είναι ότι το τελικό κόστος μεγάλου αριθμού συμβάσεων είχε ξεπεράσει σημαντικά την αξία τους.
Το κόστος, όπως αναφέρεται, αυξήθηκε κυρίως λόγω αλλαγών των οποίων οι ΑΑ επέφεραν στις συμβάσεις και οι οποίες σχετίζονταν με επιπρόσθετες εργασίες/παραδοτέα και χρονικές επεκτάσεις με καταβολή ανάλογων αποζημιώσεων στους Αναδόχους.
Υπερβολικές αλλαγές από AA
Την ίδια ώρα, παρατηρούνται εγκρίσεις για ένα υπερβολικό, όπως τονίζει, αριθμό αλλαγών κατά την εκτέλεση των συμβάσεων, ο
οποίος οφείλεται κυρίως στις επιπρόσθετες εργασίες/παραδοτέα που ζήτησαν οι ΑΑ από τους Αναδόχους, σε αλλαγές στα σχέδια ή/και στις τεχνικές προδιαγραφές ή/και στα δελτία ποσοτήτων, σε ασάφειες και ελλείψεις που παρουσίαζαν οι μελέτες των κατασκευαστικών έργων, καθώς επίσης και σε μεταγενέστερες αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο.
Επίσης έχει εγκριθεί ένας μεγάλος αριθμός χρονικών απαιτήσεων ο οποίος αύξησε σε σημαντικό βαθμό τη χρονική διάρκεια των συμβάσεων, καθώς και ένας υπερβολικά μεγάλος αριθμός οικονομικών απαιτήσεων, ο οποίος επιβάρυνε σημαντικά τον προϋπολογισμό των
συμβάσεων.
Προβλήματα ποιότητας
Η Ελεγκτική Υπηρεσία διαπιστώνει επίσης, πως σε ένα πολύ σημαντικό αριθμό συμβάσεων (81% του δείγματος) υπήρξαν πολλές εργασίες
με προβλήματα ποιότητας (ελαττωματικές εργασίες), οι οποίες αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 2,5% επί της αξίας των συμβάσεων, το οποίο δημιουργεί, όπως σημειώνει, εύλογο προβληματισμό καθότι συνεπάγεται αυξημένα κόστη συντήρησης/επιδιόρθωσης στο στάδιο λειτουργίας,
μετά την παραλαβή του αντικειμένου των συμβάσεων.
1 στις 3 συμβάσεις καταλήγουν σε προσφυγή
Επιπρόσθετα, περίπου σε ποσοστό 30% του δείγματος των 145 συμβάσεων (μία στις τρεις συμβάσεις), προέκυψαν διαφορές μεταξύ ΑΑ και Αναδόχων , οι οποίες κατέληξαν είτε σε προσφυγή σε διαιτησία ή δικαστήριο, είτε επιλύθηκαν με φιλικό/εξώδικο διακανονισμό.
Άλλα ευρήματα στα οποία καταλήγει η Ελεγκτική Υπηρεσία, αφορούν την ανάθεση συντονιστών χωρίς εμπειρία στη διαχείριση συμβάσεων, που κλήθηκαν να διαχειριστούν ταυτόχρονα και άλλες συμβάσεις, την ίδια στιγμή που συντονιστές με εκτεταμένη εμπειρία πέραν των 35 ετών, είχαν υπό τη διαχείρισή τους μία μόνο σύμβαση.
Μάλιστα, όπως σημειώνεται, το γεγονός ότι οι χωρίς εμπειρία συντονιστές δεν είχαν τύχει σχετικής εκπαίδευσης στη διαχείριση συμβάσεων, αποδεδειγμένα έχει καταστήσει δυσχερή και μη αποτελεσματική τη διαχείρισή τους. Περαιτέρω, σε πολλές περιπτώσεις ο διορισμός των συντονιστών είχε γίνει μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την υπογραφή των συμβάσεων, γεγονός το οποίο, εκτός του ότι συνιστά παράβαση του σχετικού Κανονισμού, είχε ως αποτέλεσμα πολλές συμβάσεις να παραμείνουν χωρίς παρακολούθηση και διαχείριση για πολλούς μήνες, πρακτική που δεν διασφάλισε το δημόσιο συμφέρον.
Επιπρόσθετα, παρατηρήθηκε ότι συντονιστές με προηγούμενη εμπειρία πέραν των 35 ετών διαχειρίστηκαν συμβάσεις μικρότερης αξίας (€0εκ.-
€10εκ.), ενώ συντονιστές με εμπειρία από ο μέχρι 15 χρόνια είχαν υπό τη διαχείρισή τους συμβάσεις μεγαλύτερης αξίας (€20εκ. -€70εκ.).
Για αυτό το θέμα, η ΕΥ εισηγείται να διορίζονται ως συντονιστές συμβάσεων, λειτουργοί με εμπειρία τουλάχιστον πέντε ετών ενεργούς συμμετοχής στη διαχείριση συμβάσεων, και να διαθέτουν την απαιτούμενη κατάρτιση για το θέμα. Επίσης, να αποφεύγεται ο διορισμός του ίδιου συντονιστή σε συμβάσεις πέραν ενός εύλογου αριθμού (αναλόγως αξίας, πολυπλοκότητας και χρονικής διάρκειας), προκειμένου να καθίσταται αποτελεσματική η διαχείρισή τους. Οι συντονιστές των συμβάσεων, αναφέρει, θα πρέπει να διορίζονται έγκαιρα, πριν την υπογραφή των συμβάσεων, ώστε να μελετούν διεξοδικά τους όρους της σύμβασης και να τυγχάνουν διαρκούς και συστηματικής εκπαίδευσης στη διαχείριση συμβάσεων.
Επίσης, η ΕΥ προτείνει για συμβάσεις με αξία μεγαλύτερη των €2εκ., να συστήνεται από τη Διεύθυνση κάθε ΑΑ, κατάλληλος μηχανισμός παρακολούθησης και ελέγχου των ενεργειών/αποφάσεων των συντονιστών, π.χ. ανά εξάμηνο.
Παράλληλα, η ΕΥ παρουσιάζεται επικριτική σε ό,τι αφορά τον εντοπισμό των στοιχείων καθώς όπως αναφέρει έχει παρατηρηθεί ότι δεν υπάρχουν εύκολα διαθέσιμα τα βασικά στοιχεία των συμβάσεων,ούτε σε επίπεδο συντονιστή, αλλά ούτε και σε επίπεδο ΑΑ, δυσχεραίνοντας έτσι την όλη
παρακολούθηση και διαχείρισή τους. Το εύρημα αυτό, όπως επισημαίνει, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό αφού στο δείγμα περιλήφθηκαν συμβάσεις αξίας από €2εκ. έως €60εκ.
Ανάγκη δημιουργίας κεντρικού μητρώου
Προκειμένου να αποφευχθούν πολλές από τις αδυναμίες που εντοπίζονται, η Ελεγκτική Υπηρεσία εισηγείται τη δημιουργία ενός κεντρικού μητρώου συμβάσεων στο οποίο θα περιλαμβάνονται όλες οι συμβάσεις που χειρίζεται η κάθε ΑΑ με όλα τα βασικά στοιχεία της κάθε σύμβασης, και το οποίο να αναθεωρείται/επικαιροποιείται από τους συντονιστές, ώστε ανά πάσα στιγμή η ΑΑ να γνωρίζει τα τυχόν προβλήματα και να παρεμβαίνει έγκαιρα για την επίλυσή τους.
Τονίζει επίσης, τη σημασία για επιμερισμό της ευθύνης όλων των εμπλεκομένων στο στάδιο του ελέγχου αλλά/και κυρίως των συντονιστών και των ομάδων παρακολούθησης, ώστε να υπάρχει μετρήσιμος και αντικειμενικός τρόπος αξιολόγησης του κάθε ενός από αυτούς
Αξίζει να σημειωθεί πως το αντικείμενο του ελέγχου αφορούσε στη διερεύνηση της διαδικασίας που ακολουθείται από Υπουργεία/Τμήματα/Υπηρεσίες της Κεντρικής Κυβέρνησης καθώς και Οργανισμούς του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα (Ημικρατικοί Οργανισμοί, Ανεξάρτητες Αρχές, Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Πανεπιστήμια, κ.ά.) αναφορικά με τη διενέργεια δημόσιων διαγωνισμών (προκήρυξη/ανάθεση) και τη
διαχείριση της εκτέλεσης δημόσιων συμβάσεων έργων και υπηρεσιών Πολιτικής Μηχανικής, Ηλεκτρομηχανολογίας και Πληροφοριακών Συστημάτων, στη βάση των διεθνών προτύπων ISSAI 300 και ISSAI 3000.
Στόχος του ελέγχου ήταν ο εντοπισμός, η ανάλυση και η καταγραφή των προβλημάτων που προέκυψαν κατά την διενέργεια των δημόσιων διαγωνισμών και την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων, καθώς επίσης η εξαγωγή συμπερασμάτων για τη νομιμότητα των διαδικασιών που
ακολουθήθηκαν και τις αποκλίσεις από τις αρχές της οικονομικότητας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας που πρέπει να τηρούνται από τις Αναθέτουσες Αρχές/Αναθέτοντες Φορείς (ΑΑ) που διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα/ πόρους.
Διαβάστε επίσης: ΠτΔ: Η Κυβέρνηση δίπλα στον επιχειρηματικό κόσμο με έμπρακτη στήριξη