Σε κομβικό σημείο έχουν περιέλθει οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Υπουργείου Οικονομικών και συντεχνιών, όσον αφορά στο θέμα των χαμηλόμισθων υπαλλήλων του δημοσίου. Αγκάθι συνεχίζει να παραμένει η μη προσμέτρηση του συνόλου της υπηρεσίας των υπαλλήλων που υπηρέτησαν στην κλίμακα Α1-Α2-Α5, στα 18 χρόνια που απαιτούνται για την επιταχυνόμενη ανέλιξή τους, με βάση της συμφωνία της 31ης Οκτωβρίου.
Αργά χθες το απόγευμα οι τρεις συνδικαλιστικές οργανώσεις ΣΕΚ, ΠΕΟ και ΠΑΣΥΔΥ παρακάθισαν σε νέα σύσκεψη χωρίς ωστόσο να υπάρξει οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Οι συντεχνίες εξετάζουν διαρκώς νέες εισηγήσεις για να λυθεί το πρόβλημα και γίνονται διαβουλεύσεις με την Κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, εμφανίζονται αποφασισμένες να εξαντλήσουν όλα τα θεσμικά και χρονικά περιθώρια για επίτευξη συμφωνίας, τονίζοντας την ανάγκη συμπερίληψης της συμφωνίας στον προϋπολογισμό του 2024 που αναμένεται να ψηφιστεί από τη Βουλή στις 20 Δεκεμβρίου. Οι συντεχνίες δεν εξετάζουν επί του παρόντος τη λήψη μέτρων δίνοντας χώρο και χρόνο στο διάλογο. Τα όποια μέτρα θα εξεταστούν, όπως αναφέρθηκε στο ΚΥΠΕ, ανάλογα με τις εξελίξεις.
Από πλευράς κυβέρνησης, ο εκπρόσωπος Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης ανέφερε χθες ότι ήδη το αρμόδιο Υπουργείο Οικονομικών επεξεργάζεται όλα τα πιθανά σενάρια και λύσεις σε σχέση με το θέμα των χαμηλόμισθων υπαλλήλων στον Δημόσιο και Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα. Μάλιστα όπως επισήμανε, έχει παρουσιαστεί ήδη μια πρόταση ενώπιον των εργαζομένων, βρισκόμαστε σε επαφή μαζί τους, είπε και εξέφρασε την πεποίθηση ότι εν τέλει το θέμα θα λυθεί. Υπενθυμίζεται ότι προ ημερών, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών Γιώργος Παντελή είχε προειδοποιήσει ότι στις όποιες αποφάσεις, πρέπει να συνυπολογιστούν και οι παράμετροι των επιπτώσεων στα δημόσια οικονομικά αλλά και η δημιουργία προηγούμενου. Άλλωστε, συμπλήρωσε ο κ. Παντελή υπάρχει σειρά αιτημάτων και από άλλες ομάδες που διεκδικούν ανάλογες αυξήσεις και πρέπει να μελετηθούν με προσοχή καθώς πρόκειται για ανελαστικές δαπάνες με σημαντικό μάλιστα κόστος. Δεν είναι καθόλου αμελητέα η δαπάνη αυτή, σημείωσε χαρακτηριστικά.
Οι 2 ανησυχίες του ΥΠΟΙΚ
Δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο κατά πόσο το ΥΠΟΙΚ όντως υπαναχώρησε από τη συμφωνία της 31/10/2023, όπως υποστηρίζουν οι συντεχνίες, ή το σημείο τριβής που αφορά στη συμπερίληψη και των εργαζομένων που βρίσκονταν στην κλίμακα Α1, ήρθε στη συνέχεια, όπως ανέφερε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Εκείνο που είναι φανερό, είναι ότι το Υπουργείο Οικονομικών ανησυχεί ιδιαίτερα για τις επιπτώσεις που θα έχει η συμφωνία αυτή στα δημόσια οικονομικά. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ανησυχεί ότι θα δημιουργηθεί προηγούμενο και θα κατακλυστεί από αιτήματα και άλλων εργαζομένων. Εκείνο που κατά κάποιο τρόπο δυσκολεύει τη θέση του ΥΠΟΙΚ, είναι ότι η συγκεκριμένη συμφωνία αποτελεί προεκλογική δέσμευση του Νίκου Χριστοδουλίδη και οι συντεχνίες πιέζουν για να εφαρμοστεί, δεδομένου ότι υπήρξε θετική κατάληξη στις διαπραγματεύσεις.
Αύξηση 15,1% στο κρατικό μισθολόγιο
Βλέποντας πάντως κάποιος τη μεγάλη εικόνα, όπως διαμορφώνεται το τελευταίο διάστημα, θα διαπιστώσει ότι επικρατεί μια υποβόσκουσα ανησυχία για τα δημόσια οικονομικά. Δεν είναι μόνο το θέμα των χαμηλόμισθων που θα επιβαρύνει τον κρατικό κορβανά. Το κόστος του κρατικού μισθολογίου συνεχίζει να αυξάνεται, ζήτημα για το οποίο είχε χτυπήσει καμπανάκι και το Δημοσιονομικό Συμβούλιο. Συγκεκριμένα, «η κοινωνία καλείται να πληρώνει περισσότερα για τις ίδιες υπηρεσίες, και για την ίδια ποιότητα υπηρεσιών», αναφέρει στην Έκθεσή του το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, απεικονίζοντας γλαφυρότατα την κατάσταση σημειώνοντας ότι «το κρατικό μισθολόγιο καταγράφει σοβαρά επίπεδα πληθωρισμού. Ο «πληθωρισμός» αυτός, για το 2024, είναι της τάξης του 15.1%». Όπως ανέφερε ο Μιχάλης Περσιάνης, Πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, στην εκπομπή Μεσημέρι και Κάτι, το κρατικό μισθολόγιο θα μας κοστίσει 15,1% το 2024 περισσότερο από το 2023, ενώ δεν θα πάρουμε περισσότερες υπηρεσίες της τάξης του 15,1%, ούτε σε όγκο ούτε σε ποιότητα.
Η παραχώρηση της ΑΤΑ
Στις αρχές Νοεμβρίου ο Υπουργός Οικονομικών είχε τονίσει ότι πρέπει να προσέξουμε το κρατικό μισθολόγιο, ενώ δεν παρέλειψε να εκφράσει εν μέρει τη διαφωνία του για ένα άλλο μεγάλο θέμα, που αφορούσε στον τρόπο που δόθηκε πρόσφατα η ΑΤΑ. Συγκεκριμένα, ο Μάκης Κεραυνός στην «Ετήσια Διάλεξη του Υπουργού Οικονομικών» που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, είχε προειδοποιήσει ότι «η ΑΤΑ πρέπει να συνδεθεί με την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα, διαφορετικά, αν δεν προσέξουμε, θα φτάσουμε σε ένα ποσοστό του προϋπολογισμού, της τάξης του 50%, που θα αφορά τις αμοιβές του δημόσιου τομέα». Πάντως εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και βουλευτές που προέρχονται από τα κόμματα που στήριξαν την κυβέρνηση, τόνισαν σε σχέση με την ΑΤΑ ότι ενδεχομένως να έπρεπε να είχε δοθεί κλιμακωτά, αφού δεν χρειαζόταν να επωφεληθούν και υψηλόμισθοι εργαζόμενοι. Την ίδια ώρα, ο βουλευτής του ΔΗΣΥ, Ονούφριος Κουλλά ανέφερε σε σχέση με το θέμα ότι με την παραχώρηση της ΑΤΑ, η οποία έγινε κατά τρόπο που δεν έχει κάποιο πλαφόν, αυξήθηκαν σημαντικά οι μόνιμες ανελαστικές δαπάνες και το κρατικό μισθολόγιο.
Αποπαγοποίηση θέσεων
Πέραν των πιο πάνω, στο κάδρο μπαίνει και το ζήτημα της αποπαγοποίησης θέσεων στο δημόσιο. Σε προ ημερών ανακοίνωση του, το Υπουργείο Οικονομικών τονίζει ότι για όλες τις θέσεις δεν θα απαιτηθούν οποιεσδήποτε πρόσθετες πιστώσεις για την πλήρωσή τους. Συγκεκριμένα, το ΥΠΟΙΚ σημείωνε ότι εκ των 397 συνολικά κενών θέσεων Πρώτου Διορισμού στον Δημόσιο και Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, οι 75 συμπεριλαμβάνονταν στον Συμπληρωματικό Προϋπολογισμό του 2023 που ενέκρινε ήδη η Βουλή στις 13 Ιουλίου 2023. Όλες οι θέσεις είναι εγκεκριμένες είτε στον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2023, είτε στους Προϋπολογισμούς των Οργανισμών για το 2023 (προϋπολογισμοί που έχουν καταρτιστεί και υποβληθεί στη Βουλή από την προηγούμενη Κυβέρνηση) και για όλες έχει προηγηθεί η έγκρισή τους από τη Βουλή, με υπερψήφιση από το ΔΗΣΥ.
Πάντως αυτό, δεν φαίνεται να πείθει το ΔΗΣΥ, ο οποίος μιλά για αποδέσμευση θέσεων σε επίπεδα ρεκόρ. Χαρακτηριστικά, ο βουλευτής του κόμματος Ονούφριος Κουλλά σημείωσε προ ημερών ότι οι 400 νέες θέσεις, έρχονται λίγους μήνες μετά την αποδέσμευση άλλων δύο χιλιάδων θέσεων στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, παρόλο που και ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών εξέφρασε ανησυχία για την αύξηση των ανελαστικών δαπανών από τις νέες θέσεις που δημιουργούνται. «Όλα αυτά έγιναν μόνο σε οκτώ μήνες διακυβέρνησης. Δεν βλέπουμε κάποιο συνολικό πλάνο για συγκράτηση του μισθολογίου, κάποιο συνολικό πλάνο για την εργοδότηση στον δημόσιο τομέα», ανέφερε ο κ. Κουλλά. Και πρόσθεσε ότι το κρατικό μισθολόγιο αυξάνεται κατά 14% από την αποδέσμευση των 2000 περίπου θέσεων πριν από τρεις μήνες περίπου και τις νέες θέσεις που εξετάζει η Βουλή.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Επεξεργάζεται λύσεις για χαμηλόμισθους το ΥΠΟΙΚ λέει ο Λετυμπιώτης