«BIG 4»: Η φυγή των ρώσων, το ξέπλυμα και το σχέδιο πολιτογράφησης

Η Κύπρος στο σταυροδρόμι των διεθνών αλλαγών και των μεγάλων ευκαιριών.

Του Νέστορα Βασιλείου

Οι επικεφαλής των τεσσάρων μεγάλων διεθνών ελεγκτικών οίκων ανοίγουν τα χαρτιά τους στη «Σημερινή» της Κυριακής και απαντούν για τη φυγή ρωσικών εταιρειών από την Κύπρο και τη νέα τάξη πραγμάτων που έχει δημιουργηθεί. Αναλύουν τα δεδομένα, λίγες εβδομάδες μετά την οριστικοποίηση της οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας για τις εταιρείες-κέλυφος και την επίδρασή τους στον τομέα. Επίσης, καταθέτουν τις απόψεις τους για το μέλλον του κυβερνητικού σχεδίου πολιτογράφησης ξένων επενδυτών και εξηγούν γιατί η Κύπρος βρίσκεται στο στόχαστρο για το ξέπλυμα παράνομου χρήματος.

Η ρωσική… φυγή

Πιο αναλυτικά, η αποχώρηση ρωσικών εταιρειών από την Κύπρο ασφαλώς και προβληματίζει τους επαγγελματίες στον τομέα των υπηρεσιών. «Μετά τις αλλαγές, στις οποίες προχώρησε η ρωσική κυβέρνηση, οι εταιρείες ρωσικών συμφερόντων ουσιαστικά δεν αποκομίζουν ιδιαίτερα πλεονεκτήματα σε ό,τι αφορά τη φορολογία από τη δραστηριοποίησή τους στην Κύπρο», σύμφωνα με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της PwC.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, όπως μας αναφέρει ο Ευγένιος Ευγενίου, «αρκετές ρωσικές εταιρείες να έχουν επαναπατριστεί. Ωστόσο», προσθέτει, «ένας μεγάλος αριθμός ξένων και Ρώσων επιχειρηματιών συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στην Κύπρο χάρη στην ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρονται αλλά και στην πρόσβαση που προσφέρει η χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Επιπλέον, «άνθρωποι με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, που είχαν παρουσία στην Κύπρο από παλιά, τώρα επιλέγουν να κάνουν απ’ εδώ τα πλάνα τους σε σχέση με τη διαδοχή τους και με το πώς θα μεταφέρουν την περιουσία τους στα παιδιά τους».

Νέα τάση

Στα τελευταία στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, που δεικνύουν ότι τα κεφάλαια που επαναπατρίστηκαν μέσω Κύπρου στη Ρωσία έφτασαν τα €10 δισ., κάνει ιδιαίτερη μνεία ο αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της KPMG. «H επιβολή περιοριστικών μέτρων (sanctions), σε ό,τι αφορά τις ρωσικές επιχειρήσεις, επηρεάζει την επιχειρηματική τους δραστηριότητα και κάνει πιο δύσκολες τις εργασίες τους στο εξωτερικό, καθώς και τις συναλλαγές μέσω του διεθνούς τραπεζικού συστήματος», αναφέρει. Ο Χρίστος Βασιλείου σημειώνει, παρά ταύτα, ότι «οι επενδύσεις από τη Ρωσία συνεχίζονται, εφόσον οι επενδυτές αντιλαμβάνονται τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που προσφέρει η χώρα μας. Μεγάλο μέρος των επενδύσεων τροφοδοτούν την αγορά ακινήτων. Υπάρχουν όμιλοι που μετέφεραν σημαντικό αριθμό προσωπικού στη χώρα μας δημιουργώντας βάση, ενώ αρκετές είναι οι οικογένειες που αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Κύπρο».

Ο Ανώτερος Εκτελεστικός Σύμβουλος της Deloitte σημειώνει στη «Σ» ότι «αντί έξοδος των ρωσικών εταιρειών, θα έλεγα ότι παρατηρείται αναδιοργάνωση των ομίλων που έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση στον αριθμό των εταιρειών. Πρόσθετα, άρχισε να διαφαίνεται ότι περιορίζονται οι ρωσικές εταιρείες που επιδιώκουν να επεκταθούν ή να εξασφαλίσουν έδρα στην Κύπρο». Σύμφωνα με τον Χρίστη Χριστοφόρου, «λόγω των νέων μέτρων που λαμβάνονται διεθνώς για τη διακίνηση κεφαλαίων και των κυρώσεων που επιβάλλει η Δύση (ΗΠΑ και Ε. E.) στη Ρωσία, παρατηρείται ένα μούδιασμα από πλευράς ρωσικών επιχειρήσεων». Διατυπώνει την ανησυχία του για το φαινόμενο, λέγοντας ότι «είναι μια τάση, την οποία οφείλουμε να την προσέξουμε και να την αξιολογήσουμε σωστά για τον σχεδιασμό των μελλοντικών μας κινήσεων».

Η φυγή ρωσικών εταιρειών άρχισε με αργούς ρυθμούς, από το 2012-13, λέγει ο Διευθύνων Συνέταιρος της ΕΥ. «Μετά την πρόσφατη εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας για τις εταιρείες-κέλυφος, ο ρυθμός αυξήθηκε σημαντικά. Ως εκ τούτου, έχει παρατηρηθεί έξοδος αρκετών ρωσικών εταιρειών, οι οποίες δεν έχουν πραγματική οικονομική υπόσταση και δραστηριότητες στην Κύπρο, ενώ ένας αριθμός κυπριακών ιθυνουσών εταιρειών δεν είχαν το απαραίτητο προσωπικό και ήταν αναπόφευκτο να τερματιστούν οι δραστηριότητές τους», σημειώνει. Ο Σταύρος Παντζαρής αναφέρει ακόμη ότι «παράλληλα με την έξοδο αρκετών εταιρειών, παρατηρείται ότι υφιστάμενες εταιρείες με πραγματικές δραστηριότητες και προσωπικό στην Κύπρο αρχίζουν να ενισχύουν την παρουσία τους στο νησί, και αυτό αποτελεί μια πολύ θετική εξέλιξη».

Οι shell companies

Θετικά πάντως αποτιμάται η πρόσφατη οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για τις εταιρείες-κέλυφος. «Δημιουργεί νέα δεδομένα στον τομέα των διεθνών υπηρεσιών», επισημαίνει ο επικεφαλής της PwC. «Αποτελεί μια θετική εξέλιξη, η οποία συμβάλλει καθοριστικά στην καθιέρωση ενιαίων πρακτικών σε όλο το κυπριακό τραπεζικό σύστημα όσον αφορά την ενίσχυση των πρακτικών καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Τέτοιες πρωτοβουλίες», σύμφωνα με τον Ευγένιο Ευγενίου, «έχουν θετικό αντίκτυπο στην εικόνα της Κύπρου, αλλά και ουσιαστική συμβολή στην προσπάθεια ενίσχυσης της αξιοπιστίας της χώρας».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η KPMG. «Η τροποποίηση αυτή θεωρώ ότι θα βοηθήσει προς την κατεύθυνση για μια πιο αποτελεσματική διαχείριση αυτών των εταιρειών από τις τράπεζες, ενώ θέτει τις βάσεις για καθιέρωση ομοιόμορφων πρακτικών σε όλο το κυπριακό τραπεζικό σύστημα», σημειώνει ο αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος. Ο Χρίστος Βασιλείου εκτιμά ότι «θα βοηθήσει μεσο-μακροπρόθεσμα στην εξάλειψη των ύποπτων συναλλαγών και στην περαιτέρω ενίσχυση των πρακτικών καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες».

Προσοχή για αποφυγή επιπτώσεων στην οικονομία συστήνει ο επικεφαλής της Deloitte. «Η οδηγία εκδόθηκε κατόπιν πιέσεων των ΗΠΑ, οι οποίες με τη σειρά τους δέχθηκαν προτροπές από την Υπηρεσία Καταπολέμησης Ξεπλύματος Χρήματος (FinCEN)», σημειώνει. Σύμφωνα με τον Χρίστη Χριστοφόρου, «στο πλαίσιο της νομιμότητας, πρέπει να προφυλάξουμε το μοντέλο μας για τις ξένες επιχειρήσεις και δεν θα πρέπει να πληγούμε από μέτρα που αφορούν φαινόμενα που αναπτύσσονται σε άλλες χώρες.

Ενίσχυση της διαφάνειας και της αξιοπιστίας της χώρας βλέπει, μεταξύ άλλων, ο επικεφαλής της ΕΥ. «Ναι μεν θα μειώσει τον αριθμό των εγγεγραμμένων εταιρειών στην Κύπρο, θα υποχρεώσει όμως τις εταιρείες, που πραγματικά εργάζονται από την Κύπρο, να αυξήσουν την εδώ παρουσία τους», σημειώνει. Επίσης, ο Σταύρος Παντζαρής θεωρεί σημαντικό ότι «με τη νέα οδηγία, η Κύπρος βάζει τέλος στις επικρίσεις που δεχόταν στο συγκεκριμένο θέμα και μετά τις πρώτες αντιδράσεις πιστεύω ότι οι ενέργειες από όλους τους εμπλεκομένους θα είναι προς τη σωστή κατεύθυνση για την βελτίωση της εικόνας της χώρας μας στο εξωτερικό».

Η πολεμική για το ξέπλυμα

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η άποψη των «Big 4» για τους λόγους, που το όνομα της Κύπρου φιγουράρει συχνά-πυκνά στον ξένο Τύπο για θέματα ξεπλύματος. Κυρίως αφορούν θέματα του παρελθόντος τα δημοσιεύματα, λέγει ο επικεφαλής της PwC, ο οποίος επισημαίνει ότι, παρά τα αυστηρά μέτρα που λαμβάνονται, «η εικόνα αυτή δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως». Σύμφωνα με τον Ευγένιο Ευγενίου, «για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου απαιτείται στενή συνεργασία των Αρχών και του ιδιωτικού τομέα».

Επιπλέον, «ποντάρει» πολλά στον επικείμενο έλεγχο της Moneyval το 2019 για θέματα ξεπλύματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. «Αποτελεί ιδανική ευκαιρία για να αποκαταστήσουμε την αξιοπιστία και να ενισχύσουμε την εικόνα της Κύπρου», λέγει ο κ. Ευγενίου. Προκρίνει, δε, τη δημιουργία μιας ενιαίας εποπτικής Αρχής γι' αυτά τα ζητήματα, λέγοντας ότι αυτό «θα εξασφαλίσει τη συνέπεια και την ευθυγράμμιση όλων και θα δώσει στην Κύπρο μια ισχυρή φωνή προς τα έξω».

Ο αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της KPMG λέει ότι τα δημοσιεύματα οφείλονται στο γεγονός ότι «ανέκαθεν η Κύπρος, μη διαθέτοντας βαριά βιομηχανία, βάσισε σε μεγάλο βαθμό την οικονομία της στην παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών. Αναπόφευκτα, αυτό σε συνδυασμό με την προσέλκυση εταιρειών-κολοσσών από το εξωτερικό αλλά και εξωτερικών επενδύσεων, οδήγησε σε συσσώρευση κεφαλαίου». Επομένως, κατά τον Χρίστο Βασιλείου, «οποιαδήποτε φημολογία για σκάνδαλα που αφορούσαν εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στην Κύπρο, συμπαρέσυρε και το όνομα της χώρας μας».

Σήμερα, προσθέτει, «πέρα από την εναρμόνιση με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες που αφορούν τις διαδικασίες αντιμετώπισης φαινομένων καταπολέμησης ξεπλύματος βρόμικου χρήματος, εφαρμόζεται, πλέον, και η ανταλλαγή πληροφοριών σε ό,τι αφορά τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, με την πληροφόρηση να δίνεται από τα χρηματοπιστωτικά και άλλα παρόμοια ιδρύματα, όπως ασφαλιστικές εταιρείες και οργανισμούς παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, στις φορολογικές Αρχές». Ειδικότερα, φέτος, σύμφωνα με τον κ. Βασιλείου, «μεγάλος όγκος πληροφοριών για ξένους υπηκόους, που έχουν στην ιδιοκτησία τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, θα μεταβιβαστεί στις χώρες απ' όπου κατάγονται, ενώ πληροφόρηση θα λάβει και η Κύπρος για φυσικά και νομικά πρόσωπα, κάτοικους της Δημοκρατίας, που διαθέτουν χρηματοοικονομικά μέσα στο εξωτερικό».

Στην προ 2013 εποχή αποδίδει τις περισσότερες κατηγορίες ο Ανώτερος Εκτελεστικός Σύμβουλος της Deloitte. «Πολλές από τις κατηγορίες είχαν ανταγωνιστικά κίνητρα κατά της Κύπρου. Αυτήν τη στιγμή η Κύπρος είναι πλήρως εναρμονισμένη με τα ευρωπαϊκά πρότυπα στα θέματα ξεπλύματος χρήματος, διαθέτει αυστηρές ρυθμίσεις εποπτείας και ελέγχου στη διακίνηση χρήματος και γενικά ακολουθεί όλες τις οδηγίες που υπάρχουν διεθνώς», σημειώνει ο κ. Χριστοφόρου. Το ξέπλυμα χρήματος είναι από τα μεγαλύτερα ρίσκα που διατρέχουν χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και κατ’ επέκτασιν ολόκληρα χρηματοπιστωτικά συστήματα, λέει ο επικεφαλής της ΕΥ.

«Είναι γεγονός ότι συχνά γινόμαστε μάρτυρες διεθνών δημοσιευμάτων που θέλουν την Κύπρο να εμπλέκεται σε ξέπλυμα χρήματος λόγω, κυρίως, του σχετικά μεγάλου αριθμού εταιρειών με διεθνείς δραστηριότητες. Όλα αυτά τα δημοσιεύματα αναπόφευκτα πλήττουν την αξιοπιστία και το κύρος της χώρας ως χρηματοοικονομικού κέντρου και επιβαρύνουν την αρνητική εικόνα, που, δυστυχώς, συντηρείται για την Κύπρο», επισημαίνει ο κ. Παντζαρής.

Ακόμη επισημαίνει ότι «οι διαφορές και οι εντάσεις στις σχέσεις Ρωσίας - Δύσης δεν βοηθούν καθόλου, αφού παραδοσιακά το κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα χρησιμοποιείται από εταιρείες ρωσικών συμφερόντων». Έχουν γίνει άλματα, προσθέτει, προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης του νομοθετικού και του εποπτικού πλαισίου.

Το μέλλον των πολιτογραφήσεων

Δεν αποτελεί μοχλό ανάπτυξης το σχέδιο για κατ’ εξαίρεσιν πολιτογράφηση επενδυτών, σημειώνει ο Διευθύνων Σύμβουλος της PwC, παρά τη συμβολή του στην προσέλκυση επενδύσεων και στην ενίσχυση ορισμένων τομέων της οικονομίας. Η Κύπρος, σύμφωνα με τον κ. Ευγενίου, «χρειάζεται να χαράξει ένα νέο μακροπρόθεσμο σχέδιο δράσης με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη. Χρειάζεται μια τολμηρή ατζέντα μεταρρυθμίσεων ευρείας πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να υιοθετήσει άμεσα τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις, ώστε να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο και τα εισοδήματα και να θωρακίσει την οικονομία έναντι μελλοντικών κραδασμών για να “κλείσουμε” την ψαλίδα από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες».

Πρόσθετες δικλίδες ασφαλείας στο σχέδιο εισηγείται η KPMG, λέγοντας ότι συνέβαλε τα μέγιστα στην οικονομική ανάκαμψη. «Η πολιτογράφηση δεν αλλάζει σε καμιά περίπτωση το φορολογικό καθεστώς του επενδυτή, καθώς απόκτηση της κυπριακής ταυτότητας δεν σημαίνει και αλλαγή φορολογικής κατοικίας. Στο πνεύμα του προτύπου ανταλλαγής πληροφοριών, θα ήταν δόκιμο το Τμήμα Φορολογίας να εξετάσει όλους ή σε δειγματοληπτική βάση αυτούς που έχουν εγγραφεί ως νέοι φορολογικοί κάτοικοι στην Κύπρο», σημειώνει ο κ Βασιλείου.

«Θα πρέπει», προσθέτει, «οι εποπτικοί μηχανισμοί (ΣΕΛΚ, Κεφαλαιαγορά, δικηγορικός σύλλογος) να ενεργοποιηθούν, ώστε στις περιπτώσεις που πάροχοι χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εγγράφουν πελάτες τους ως φορολογικούς κατοίκους της Κύπρου χωρίς να επιβεβαιώσουν ότι πληρούνται τα κριτήρια, να τους επιβάλλονται ποινές». Ο κ. Βασιλείου κρίνει αναγκαία τη δημιουργία ομάδας αξιολόγησης των επενδυτών, που αποκτούν κυπριακό διαβατήριο, «η οποία θα εξετάζει τους επενδυτές στο κατά πόσον συνεχίζουν να ικανοποιούν τα κριτήρια που αναγράφονται στους κανονισμούς, όπως το καθαρό ποινικό μητρώο και η διατήρηση κατοικίας αξίας €500 χιλ. για πάντα».

Στις ρυθμίσεις της Ε.Ε. εστιάζει εν αρχή η Deloitte, λέγοντας ότι «έχει προχωρήσει σε ρυθμίσεις που καλύπτουν όλες τις χώρες της όσον αφορά τη χορήγηση υπηκοοτήτων σε ξένους». Η Κύπρος, προσθέτει ο κ. Χριστοφόρου, πρέπει να συμμορφωθεί. «Αν, τώρα, το πλαίσιο αυτό αποδειχθεί πιο αυστηρό απ’ αυτό που είχαμε και αποθαρρυνθούν οι ξένοι για να πολιτογραφηθούν στην Κύπρο, θα φανεί στην πράξη. Όμως, θεωρώ ότι από τη στιγμή που όλες οι χώρες της Ευρώπης θα έχουν το ίδιο καθεστώς για τις πολιτογραφήσεις, εκείνο που θα μετρά είναι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε χώρας. Και στον τομέα αυτό, η Κύπρος έχει πολλά πλεονεκτήματα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, του νησιώτικου χαρακτήρα της, του υψηλού επιπέδου υπηρεσιών που διαθέτει, του ακαδημαϊκά μορφωμένου και καταρτισμένου προσωπικού της και άλλων». Το ενδιαφέρον των ξένων, σημειώνει ο κ. Χριστοφόρου, δεν εξαρτάται μόνο από το σχέδιο πολιτογράφησης, αλλά και από άλλους παράγοντες.

Ο Διευθύνων Συνέταιρος της ΕΥ επισημαίνει ότι όλες οι χώρες της Ε.Ε. προσφέρουν κίνητρα για να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις, περιλαμβανομένων και σχεδίων πολιτογράφησης. Το κυπριακό σχέδιο πολιτογράφησης, λέγει ο Σταύρος Παντζαρής, είχε σημαντική συμβολή στην οικονομία από το 2008, που εφαρμόστηκε, «με την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, τη στήριξη του κλάδου των ακινήτων, την ευρύτερη ανάπτυξη των συνδεόμενων επαγγελματικών υπηρεσιών και επιπλέον την αύξηση των άμεσων εσόδων του κράτους μέσω σχετικών δικαιωμάτων».

Έμμεσα, προσθέτει, «βοήθησε και στη μείωση της ανεργίας που ταλάνισε το νησί μας τα τελευταία χρόνια». Ο κ. Παντζιαρής επισημαίνει την τροποποίηση του σχεδίου, δύο φορές την τελευταία τριετία, «ώστε να ανταποκρίνεται σε ακόμα πιο υψηλού επιπέδου ελέγχους, που αφορούν στα προσωπικά αλλά και στα οικονομικά στοιχεία του αιτούντος, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τις διαδικασίες διαφάνειας για αποφυγή οποιωνδήποτε παρασπονδιών». Ο επικεφαλής της ΕΥ θεωρεί ότι το σχέδιο, «με βάση τη σοβαρότητα, με την οποία αντιμετωπίζεται από την Κυβέρνηση και τους διάφορους φορείς, έχει μέλλον, με την προϋπόθεση, όμως, όλοι οι εμπλεκόμενοι να το προστατέψουν ως κόρην οφθαλμού και να τηρούν όλους τους κώδικες ηθικής και δεοντολογίας, ώστε να συνεχιστεί η προσέλκυση πραγματικών και σοβαρών ξένων επενδύσεων στο νησί μας».