Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έμεινε στην Κύπρο όταν άλλοι έφευγαν

Καθήκον του Οργανισμού είναι να προσφέρει «μια ομπρέλα όταν πιάνει η βροχή» δηλαδή να βοηθάει τα κράτη-μέλη όταν υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη, δήλωσε.

Του Χρήστου Μιχάλαρου

Ήταν καθήκον της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να έρθει στην Κύπρο και να επενδύσει μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2013, όταν όλοι οι επενδυτές έφευγαν από αυτή, σύμφωνα με τον Διευθυντή εργασιών για την Κύπρο και την Ελλάδα Ιωάννης Καλτσάς.

Μιλώντας στην εκπομπή «Όλα στο φως» του Ράδιο Πρώτο ο κος Καλτσάς ανέφερε ότι καθήκον του Οργανισμού είναι να προσφέρει «μια ομπρέλα όταν πιάνει η βροχή» δηλαδή να βοηθάει τα κράτη-μέλη όταν υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη.

Όπως εξήγησε, από τα €4 δισ. που έχει επενδύσει η Τράπεζα συνολικά στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της στο νησί, το 40% ήτοι €1,6 δισ. δόθηκε όταν η Κύπρος είχε δυσκολίες εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης μετά το 2013.

«Είμαστε αρκετά υπερήφανοι ότι τα πράγματα έχουν βελτιωθεί. Αυτό δεν είναι δικό μας επίτευγμα, αλλά της κυπριακής διοίκησης και του κυπριακού λαού ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τις δυνατότητες που του παρείχε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Οπότε θα έλεγα μπράβο στους Κύπριους», είπε.  

Ερωτηθείς αν η Τράπεζα είχε παρουσία και σε άλλες χώρες οι οποίες υπέφεραν από την κρίση, ο κος Καλτσάς απάντησε θετικά, αναφέροντας το παράδειγμα της Ελλάδας όπου τα τελευταία πέντε χρόνια η χρηματοδότηση «έχει αυξηθεί περισσότερο από ποτέ».

Σημειώνεται ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει δραστηριότητες στην Κύπρο από τον Ιούλιο του 1981, μετρώντας ήδη 38 χρόνια στο νησί, με το πρώτο έργο της να αφορά στην Αρχή Ηλεκτρισμού.

Όπως είπε, πρόκειται για έναν θεσμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος έχει την αποστολή να επενδύει στην πραγματική οικονομία, σημειώνοντας ότι όλα τα χρήματα επενδύθηκαν σε μακροχρόνιες επενδύσεις και έργα τα οποία ο κόσμος μπορεί να τα δει και να τα αγγίξει.

«Η Τράπεζα δεν επενδύει παντού, αλλά σε τέσσερις συγκεκριμένους τομείς: στον τομέα του περιβάλλοντος, στις υποδομές, στην έρευνα και τεχνολογία και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Στον τομέα του περιβάλλοντος έχουμε χρηματοδοτήσει κάποια από τα φωτοβολταϊκά πάρκα που υπάρχουν σήμερα όπως και κάποιες από τις ανεμογεννήτριες που βλέπετε στις κορυφές των βουνών,, αλλά και τα μεγάλα αποχετευτικά έργα», είπε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, στον τομέα της έρευνας και καινοτομίας η Τράπεζα έχει χρηματοδοτήσει το Πανεπιστήμιο Κύπρου το οποίο με το έργο του Κέντρου Εκπαίδευσης «Στέλιος Ιωάννου» στηρίχθηκε για δεύτερη φορά, καθώς και άλλα ιδρύματα.

Όσον αφορά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ο κος Καλτσάς ανέφερε για την Τράπεζα είναι αδύνατο να χρηματοδοτήσει όλα τα μικρά έργα από την έδρα της η οποία βρίσκεται στο Λουξεμβούργο, γι’ αυτό και συνεργάζεται με τις εγχώριες εμπορικές τράπεζες.

«Δίνουμε χρηματοδότηση και στις 10 κυπριακές τράπεζες που υπάρχουν αυτή τη στιγμή, ώστε αυτή να περάσει με ευνοϊκούς όρους στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας», ανέφερε.

Στην ερώτηση αν αυτή η πρακτική δίνει καρπούς, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις μικρομεσαίου μεγέθους έχουν διέλθει λαβωμένες από την οικονομική κρίση, ο κος Καλτσάς απάντησε ότι το αποτέλεσμα δείχνει σαφώς ότι η Κύπρος έχει βγει από την κρίση, υπό την «οικονομική έννοια».

«Η Κύπρος έχει επιστρέψει στις αγορές και πριν από δύο μήνες δανείστηκε με χαμηλότερο επιτόκιο απ’ ό,τι δανείστηκε ποτέ. Ποτέ η χώρα δεν είχε καταφέρει να τραβήξει τόσο μικρό επιτόκιο από τις αγορές», είπε.

Διευκρίνισε ωστόσο ότι στην πραγματική οικονομία υπάρχει πάντα μια χρονοκαθυστέρηση μέχρι ο κόσμος να νιώσει την βελτίωση των μακροοικονομικών αποτελεσμάτων στην καθημερινή του ζωή.

Κληθείς να δώσει συγκεκριμένους αριθμούς, δεδομένου ότι το τρέχον έτος δεν έχει κλείσει ακόμα, σημείωσε ότι μόνο για το 2017 η Τράπεζα σύναψε στην Κύπρο συμβόλαια ύψους €330 εκ. τα οποία προβλέπουν την μεγαλύτερη κατά κεφαλήν χρηματοδότηση που έχει δοθεί, όχι μόνο σε κράτος-μέλος της ΕΕ, αλλά και στις 32 χώρες στις οποίες η Τράπεζα δραστηριοποιείται.

Ερωτηθείς τι έχουμε να περιμένουμε από εδώ και στο εξής, ο κος Καλτσάς απάντησε ότι υπάρχουν προκλήσεις οι οποίες έχουν να κάνουν με τον ενεργειακό τομέα, αλλά και με το να μπορέσει η χώρα να εκμεταλλευτεί τα πλεονεκτήματα που έχει στον τομέα του τουρισμού με το να αυξήσει την προστιθέμενη αξία της.

«Επίσης πρέπει να δοθεί βάρος στην βελτίωση της ποιότητας ζωής του κυπριακού λαού. Με τις επενδύσεις που κάνουμε σε συνεργασία με την κυπριακή Κυβέρνηση και τον τοπικό τραπεζικό τομέα νομίζω ότι υπάρχει αρκετή ζήτηση και περιμένουμε οι τράπεζες να σταθούν και οι ίδιες στα πόδια τους, ώστε η δική μας βοήθεια να γίνεται προοδευτικά όσο το δυνατόν λιγότερο αναγκαία», είπε και συμφώνησε με την εκτίμηση ότι τα πράγματα στον τραπεζικό τομέα πάνε καλύτερα.