Τι συμβαίνει με την φυγή ξένων καταθέσεων από την Κύπρο;

Επιχειρήσεις και τράπεζες διαφωνούν σε σχέση με την πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου για την καταπολέμηση του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος.

Του Χρήστου Μιχάλαρου

Τις αυστηρότερες πολιτικές των τραπεζών κατά του «ξεπλύματος βρόμικου χρήματος» επικαλείται η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (ΚΤΚ) προκειμένου να αιτιολογήσει την απώλεια ενός διόλου ευκαταφρόνητου ποσού καταθέσεων ξένων από το κυπριακό τραπεζικό σύστημα.

Οι εν λόγω καταθέσεις, περιλαμβανομένων των Οχημάτων Ειδικού Σκοπού, κατέγραψαν μείωση της τάξης του 12,7% τον Δεκέμβριο του 2018 σε ετήσια βάση από μείωση 2,1% τον Δεκέμβριο του 2017 έναντι του αντίστοιχου μήνα του 2016, ήτοι €1,4 δισ.

Ωστόσο, μιλώντας στο Economy Today διεθνείς επιχειρηματικοί κύκλοι οι εταιρίες των οποίων έχουν ως έδρα την Κύπρο εκφράζουν την μεγάλη επιφυλακτικότητα, αλλά την δυσαρέσκειά τους επί σειράς ζητημάτων.

Υπερβάλλων ζήλος και γραφειοκρατία;

Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά η βασική αιτία φυγής των καταθέσεων δεν είναι η πολιτική κατά της παρανομίας και του «ξεπλύματος», όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της ΚΤΚ, αλλά τα «βάσανα» στα οποία υπόκεινται οι επιχειρήσεις λόγω τραπεζών.

«Λόγω των πιέσεων για την αντιμετώπιση των κακών φαινομένων, η ΚΤΚ έδωσε οδηγίες στις κυπριακές τράπεζες για πολύ σφιχτούς ελέγχους, υπό την άμεση απειλή των προστίμων και υπό την έμμεση των απολύσεων προσωπικού», σημειώνει επικεφαλής εταιριών που εδρεύουν στην Κύπρο.

Προσθέτει δε ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι μόνο ο φόβος των υπαλλήλων, αλλά και οι ανεπαρκής του ικανότητα να εφαρμόσουν σωστά και με μέτρο την σχετική οδηγία.

«Από την δεκαετία του ’90 που δραστηριοποιούμαστε στην Κύπρο, ποτέ δεν είχε δημιουργηθεί πρόβλημα. Πλέον αναγκαστήκαμε να προσλάβουμε επιπλέον προσωπικό για να χειρίζεται την σχέση μας με τις τράπεζες, κάτι που έχουν κάνει και με τη σειρά τους άλλες εταιρίες», αναφέρουν.

Προσθέτει δε ότι από τις επιχειρήσεις του συγκεκριμένου ομίλου οι οποίες εδρεύουν αυτή την στιγμή σε κυπριακό έδαφος, οι ιδιοκτήτες μελετούν το ενδεχόμενο να αφήσουν μόνο μία και να μεταφέρουν τις υπόλοιπες σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, παρά το γεγονός ότι τα πάγια και λειτουργικά κόστη εκεί θα είναι ενδεχομένως μεγαλύτερα.

Οι τράπεζες μάς δημιουργούν κόστη

Άλλος επιχειρηματίας, προσεγγίζει το ζήτημα και από διαφορετική σκοπιά, ισχυριζόμενος ότι μετά την οικονομική κρίση και τους νέους περιορισμούς που έχουν υποστεί, οι τράπεζες αδυνατούν να «κάνουν business» για να αυξήσουν τα έσοδά τους από τους διεθνείς πελάτες κι έτσι δημιουργούν νέα κόστη για να κλείσουν την ψαλίδα, όπως χρεώσεις κάποιων εκατοντάδων ευρώ το χρόνο για την συντήρηση του λογαριασμού ή τις μικροχρεώσεις για ανάληψη από το ταμείο.

«Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να διώξουμε τους ξένους που βρίσκονται στην Κύπρο. Αντιλαμβάνομαι πλήρως το νόημα και το κίνητρο του κανονισμού περί ξεπλύματος, αλλά οι τράπεζες πλέον μας κάνουν τόσο αυστηρούς ελέγχους που η ζωή μας έχει γίνει ποδήλατο. Δεν μπορείς να στέλνεις έμβασμα από άλλη ευρωπαϊκή χώρα προς στην Κύπρο και να σου ζητούν τόσα πολλά αποδεικτικά στοιχεία -κάθε φορά από την αρχή για όμοιες συναλλαγές- την ώρα που τα πάντα έχουν ελεγχθεί στην πηγή τους, δηλαδή στην χώρα από όπου προέρχονται. Βάζουν εμάς να ψάξουμε από μόνοι μας πώς μπήκαν τα χρήματα εκεί, κάτι που είναι παράλογο. Στο κάτω-κάτω, οι ίδιοι ευρωπαϊκοί έλεγχοι γίνονται», λέει.

Θα μείνουν μόνο οι καλοί;

Από την πλευρά τους ανώτατοι τραπεζικοί κύκλοι μιλώντας στο Economy Today αναφέρουν ότι, λόγω της συγκεκριμένης οδηγίας και των άλλων κινήσεων που γίνονται προς αυτή την κατεύθυνση, η κατάσταση έχει σημειώσει πολύ μεγάλη πρόοδο σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα.

Επικαλούμενοι σχετική έκθεση του State Department των ΗΠΑ, τονίζουν οι δράσεις πουν έχουν αναληφθεί σε διάφορους τομείς, όπως οι κανονισμοί για το ξέπλυμα, τις shell companies κ.α έχουν βελτιώσει πολύ την εικόνα με στόχο στο τέλος να μείνουν μόνο όσοι τηρούν τη νομιμότητα και έχουν αδιάβλητες δομές και διαδικασίες.

«Επί πολλά χρόνια είχαμε συνεχή αρνητικά διεθνή δημοσιεύματα για την κατάσταση στην Κύπρο, κάτι που έχει μειωθεί κατά πολύ το τελευταίο διάστημα. Πλέον, οι τράπεζες πρέπει να είναι πολύ αυστηρές», επισημαίνουν με βεβαιότητα.  

Ασκήθηκαν πιέσεις για χαλαρότητα

Όπως αναφέρουν, κατά το παρελθόν και όταν ετοιμάζονταν οι αλλαγές στη νομοθεσία για τις shell companies, υπήρξαν πιέσεις και παρεμβάσεις ακόμα και σε πολιτικό επίπεδο, ώστε οι ρυθμίσεις να είναι πιο χαλαρές και να δημιουργηθούν περιθώρια.

Ωστόσο κάτι τέτοιο, σημειώνουν, δεν επικράτησε.

«Αυτό που γίνεται στην Κύπρο εντάσσεται στο πλαίσιο της απάλειψης του ρίσκου (derisking) και αναγνωρίζεται στο εξωτερικό, ενώ έχει δείξει καλά αποτελέσματα. Πλέον οι τράπεζες λειτουργούν με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα, με τους υψηλούς κινδύνους να μην απορρέουν από το τραπεζικό σύστημα, αλλά από άλλους τομείς, όπως το καζίνο και τα διαβατήρια. Κι εκεί όμως γίνονται προσπάθειες να ρυθμιστεί η δραστηριότητα, καθώς πρόκειται για τομείς που μπορούν να συνεισφέρουν σε μεγάλο βαθμό στην κυπριακή οικονομία, αν λειτουργήσουν σωστά», υπογραμμίζουν.

Η Κύπρος δεν είναι φορολογικός παράδεισος

Όσον αφορά για τα παράπονα των επιχειρηματιών και τον κίνδυνο να υπάρξει εκροή επιχειρήσεων προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι τραπεζικοί κύκλοι ήταν σαφείς.

«Αν οι συγκεκριμένοι επιχειρηματίες δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις προδιαγραφές των κυπριακών τραπεζών, θα δυσκολευτούν να αναπτύξουν την δραστηριότητά τους και σε άλλες χώρες», λένε και προσθέτουν ότι πλέον οι τράπεζες έχουν δημιουργήσει τμήματα που ασχολούνται με την επικαιροποίηση στοιχείων, τα οποία αντλούν από δικηγορικά γραφεία, πελάτες και επιχειρήσεις.

Εκείνο πάντως που επισημαίνουν είναι ότι η Κύπρος δεν εντάσσεται στους φορολογικούς παράδεισους, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει σταματήσει να έχει ακόμα και τα χαρακτηριστικά ενός φορολογικού παράδεισου, όπως οι χαλαρές διαδικασίες.