Τα υψηλά κόστη κλονίζουν την σταθερότητα των τραπεζών

Χαμηλή κερδοφορία, κόκκινα δάνεια και υψηλό ιδιωτικό χρέος εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τον τραπεζικό τομέα.

Του Χρήστου Μιχάλαρου

Η χαμηλή κερδοφορία των τραπεζών παραμένει ανάμεσα στις “τρεις καμπάνες” που συνεχίζουν να χτυπούν επίμονα στο πεδίο της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της κυπριακής οικονομίας, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα.

Μαζί με τα κόκκινα δάνεια και το υψηλό ιδιωτικό χρέος, τα κέρδη παραμένουν μια από τις ανοιχτές πληγές εδώ και έξι και πλέον χρόνια από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. 

Σε ανακοίνωση της η Κεντρική Τράπεζα, αν και παραδέχεται την σημαντική βελτίωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), των συνθηκών, των δεικτών και της προοπτικής, επί της ουσίας επαναλαμβάνει την γνωστή επωδό των προβλημάτων στον τραπεζικό τομέα η οποία κάθε άλλο παρά “εύκολο σταυρόλεξο” μπορεί να χαρακτηριστεί για τον τραπεζικό τομέα. 

Σημείο “κλειδί” στην κερδοφορία είναι τα λειτουργικά έξοδα που φαίνεται ότι παραμένουν δυσανάλογα αυξημένα σε σχέση με τα έσοδα και την πραγματική δραστηριότητα των ιδρυμάτων. 

Σύμφωνα με την σχετική ανακοίνωση, ενώ κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2018 μειώθηκε ο αριθμός των καταστημάτων και του προσωπικού στα μεγαλύτερα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα (μετά και την συναλλαγή για τον Συνεργατισμό), το μέγεθος του τραπεζικού τομέα παραμένει μεγάλο σε σύγκριση με το μέγεθος της οικονομίας της Κύπρου και το κόστος του προσωπικού εξακολουθεί να απορροφά σημαντικό μέρος των λειτουργικών εσόδων των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Πώς μειώνονται τα κόστη;

Ενώ η Κεντρική Τράπεζα προειδοποιεί τα πιστωτικά ιδρύματα ότι θα πρέπει να βελτιώσουν την λειτουργική τους κερδοφορία, αυξάνοντας τα έσοδά τους και μειώνοντας τα λειτουργικά τους έξοδα, φαίνεται ότι αυτά προσέρχονται στις σύγχρονες μάχες με τα παλιά τους όπλα. 

Μιλώντας στο Economy Today ο Παναγιώτης Ανδρέου, Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Εμπορίου, Χρηματοοικονομικών και Ναυτιλίας του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, υποστηρίζει ότι -ιστορικά- οι τράπεζες φέρουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης έχοντας αναλάβει μοιραία να προχωρήσουν σε καινοτομίες στον χρηματοοικονομικό τομέα. 

“Από την οικονομική κρίση του 2008, έχουν δει τα έσοδά τους να μειώνονται σημαντικά κι έχουν υποστεί την δυσπιστία των πελατών, την έλλειψη πίστης και αύξηση των δαπανών τους. 

Όπως υποστηρίζει, το κλειδί βρίσκεται στο λεγόμενο “fintech”, δηλαδή στο πάντρεμα χρηματοοικονομικής και τεχνολογίας, με υπηρεσίες όπως το ebanking και το mobile banking. 

“Ο επερχόμενος ανταγωνισμός από τις εταιρείες fintech μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές στο κατεστημένο επιχειρησιακό μοντέλο των ιδρυμάτων για να εξασφαλιστεί η κερδοφορία. Υπάρχει κίνδυνος για τα έσοδα σε ορισμένες επιχειρηματικές, αλλά και στην ασφάλεια του κυβερνοχώρου και των δεδομένων. Ταυτόχρονα, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί έχουν την ευκαιρία να επανεξετάσουν την αλληλεπίδραση με τους πελάτες και να μεγεθύνουν την βάση του πελατολογίου και την αποτελεσματικότητα του κόστους που πληρώνουν”, υποστηρίζει

Πάντως, δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που εκτιμούν ότι ένα σημαντικό μέρος των εσόδων των τραπεζών, ειδικά στη λιανική τραπεζική, κινδυνεύει τα επόμενα 10 χρόνια, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι οι τράπεζες θα μπορέσουν να απορροφήσουν ή να εξαντλήσουν τους νέους ανταγωνιστές, βελτιώνοντας παράλληλα τη δική τους αποτελεσματικότητα και δυνατότητες.

Οι μεγάλοι παίκτες

Σύμφωνα με τον κο Ανδρέου δεν αργεί η ώρα που ακόμα και στην Κύπρο οι τράπεζες θα έρθουν αντιμέτωπες στον ανταγωνισμό με μεγάλες, μη τραπεζικές πλατφόρμες οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει να ανοίγουν την δραστηριότητά τους στα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Πρόκειται για τα λεγόμενα “Bigtech”, εταιρίες τεχνολογίας όπως η Google, η Apple, το Facebook, η Amazon και η Alibaba, οι οποίες αρχίζουν και μπαίνουν δυναμικά στο παιχνίδι των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και ιδιαίτερα στις πληρωμές.

“Πρόκειται για μη παραδοσιακά ιδρύματα με εγκατεστημένα δίκτυα και συσσωρευμένα μεγάλα δεδομένα. Έχουν Σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των εγκατεστημένων τραπεζών στην παροχή της χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, διότι μπορούν να προσφέρουν τα ίδια με χαμηλότερο κόστος ή ακόμα και δωρεάν. Οι συγκεκριμένες εταιρίες μπορούν να αποκτήσουν γρήγορα ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς παγκοσμίως λανσάροντας νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα ή υπηρεσίες, την ώρα που οι παραδοσιακοί παίκτες βασίζονται σε τρίτους παρόχους υπηρεσιών για παροχή δεδομένων, φυσική συνδεσιμότητα και υπηρεσίες cloud”, επισημαίνει.

Τι γίνεται όμως με την κοινωνία;

Μιλώντας στο Economy Today ο Καθηγητής Χρηματοοικονομικών και Ευρωβουλευτής του ΔΗΚΟ Κώστας Μαυρίδης προσυπογράφει ότι η διασφάλιση της κερδοφορίας των τραπεζών μπορεί να προκύψει μέσω της δραστικής μείωσης των λειτουργικών και άλλων εξόδων τους, ωστόσο επισημαίνει τους κοινωνικούς κινδύνους που υπάρχουν μέσα από μια αυστηρά τεχνοκρατική αντιμετώπιση των τραπεζικών ζητημάτων. 

Σύμφωνα με τον ίδιο, για την Κεντρική Τράπεζα ή έναν διευθυντή εταιρείας, εκείνο που προέχει είναι ο τομέας της επαγγελματικής του ευθύνης και ενδιαφέροντός του. 

“Το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον δεν εξυπακούεται ότι συμπίπτει με τέτοιες επί μέρους στοχεύσεις αρμόδιων φορέων ή εταιρειών. Το καλύτερο παράδειγμα αυτού του καταστροφικού  «χάσματος» είναι η ανοχή αρμόδιων φορέων στην Κύπρο προς τις τράπεζες που για δεκαετίες χρησιμοποιούν συστηματικά καταχρηστικές (δηλαδή παράνομες) πρακτικές και όρους στις σχέσεις τους με πελάτες. Η υποχρέωση της πολιτείας ήταν και παραμένει η εξάλειψη αυτών των παρανομιών μέσω ειδικών μηχανισμών όπως επιβάλλει η ΕΕ σε κάθε κράτος. Οτιδήποτε άλλο καταλήγει ουσιαστικά να είναι συνέργεια στην παρανομία”, τονίζει. 

Καλή η αύξηση του ΑΕΠ, αλλά…

Σύμφωνα με τον κο Μαυρίδη, το ψηλό ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ αποτελεί μια πολύ θετική εξέλιξη, που παρέχει δυνατότητες άσκησης στοχευμένης κοινωνικής πολιτικής, ωστόσο αυτό από μόνο του δεν αποτελεί εχέγγυο κοινωνικής ευημερίας για όλους. 

“Στην πράξη, η αύξηση του ΑΕΠ αριθμητικά αποτελεί ένα μέσο όρο στον οποίο μπορεί να χωρέσουν μεγάλες ανισότητες και κοινωνικά προβλήματα όπως στις σημερινές συνθήκες στην Κύπρο. Το ερώτημα είναι πως η ανάπτυξη μπορεί να φτάσει στους περισσότερους και ιδιαίτερα στα μεσαία και χαμηλά στρώματα ώστε να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης τους. Αυτή η πρόσθετη κοινωνική αξία είναι πολλαπλάσιας σημασίας από την μετατροπή ενός πολυεκατομμυριούχου σε δισεκατομμυριούχο”, αναφέρει. 

Η ΕΚΤ να εγγυηθεί τις καταθέσεις

Οι κίνδυνοι πάντως, όχι μόνο σε κυπριακό, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παραμένουν στην θέση τους. 

“Στο πλαίσιο της ευρωζώνης, το ζητούμενο είναι η σταθερότητα με μείωση των κινδύνων. Για την Κύπρο, προέχει η ανάγκη για ένα αξιόπιστο καταθετικό σύστημα. Αυτό μπορεί να προκύψει μέσω της ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης με πανευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων. Τώρα, το κάθε κράτος εγγυάται μόνο του ξεχωριστά τις καταθέσεις στις τράπεζες του μέχρι 100.000 ευρώ ανά τράπεζα. Εκ των πραγμάτων, στον ευρωπαϊκό Νότο με τα αδύνατα δημόσια οικονομικά των κρατών μελών (και στην Κύπρο), ο κίνδυνος παραμονεύει”, καταλήγει ο κος Μαυρίδης.