Το επενδυτικό περιβάλλον για τουριστικά καταλύματα στη μετά COVID-19 εποχή

Με τα δεδομένα του τουριστικού τομέα και την αβεβαιότητα γενικότερα στην οικονομία, διαφαίνεται να εκδηλώνεται ένα αυξημένο ενδιαφέρον για εξαγορές ή/και συγχωνεύσεις («Μ&Α») για τουριστικά καταλύματα τόσο σε διεθνές, όσο και σε τοπικό επίπεδο

επιβράδυνση της κυπριακής οικονομίας το 2020 ήταν αναμενόμενη, ως αποτέλεσμα της πανδημίας του COVID-19, κλείνοντας με αρνητικό πρόσημο (-5,1%). Δυστυχώς, οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι και το 2021 θα είναι μία ζόρικη χρόνια για την κυπριακή οικονομία. Σαφώς ο τουριστικός τομέας, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας του νησιού, είναι ένας από τους τομείς που πλήγηκαν σημαντικά, αν όχι το περισσότερο. Φυσικά, ουδείς θα ανέμενε τι θα συνέβαινε κατά το 2020, με τα στοιχεία από τη Στατιστική Υπηρεσία (CyStat), για το έτος 2020, να παρουσιάζουν μείωση στις αφίξεις τουριστών της τάξης του 79,9% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019, καταδεικνύοντας ίσως μιαν από τις χειρότερες χρονιές για τον τουριστικό τομέα από την περίοδο της δεκαετίας του ‘80.

Σύμφωνα και με τα τελευταία στοιχεία της CyStat, για την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουνίου 2021, οι αφίξεις τουριστών παρουσίασαν αύξηση 33,4%, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2020, ενώ είχαν μείωση 79,1%, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019. Παρόλη την αισθητά βελτιωμένη εικόνα που παρουσιάζουν οι τουριστικές αφίξεις για το πρώτο εξάμηνο του 2021 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2020, η σύγκριση του 2021 με την αντίστοιχη περίοδο του 2019 αποδεικνύει ότι το 2021 θα είναι και αυτό μια δύσκολη χρονιά για τον τουρισμό, αλλά και την οικονομία γενικότερα.

Με τα δεδομένα του τουριστικού τομέα και την αβεβαιότητα γενικότερα στην οικονομία, διαφαίνεται να εκδηλώνεται ένα αυξημένο ενδιαφέρον για εξαγορές ή/και συγχωνεύσεις («Μ&Α») για τουριστικά καταλύματα τόσο σε διεθνές, όσο και σε τοπικό επίπεδο. Οι εξαγορές και συγχωνεύσεις αποτελούν παραδοσιακά ένα είδος στρατηγικής προσέγγισης από οργανισμούς, είτε για να αποκτήσουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ή για να εισέλθουν σε νέες αγορές, με απώτερο σκοπό την ανάπτυξη και μακροπρόθεσμη σταθερότητα.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση από την Jones Lang LaSalle («JLL») «Hotel Investment Outlook 2021», έπειτα από μια επώδυνη χρονιά , η παγκόσμια βιομηχανία τουριστικών καταλυμάτων εμφανίζεται έτοιμη για αλλαγές. Το 2020 ήταν μια χρονιά μετεξέλιξης για τον τομέα, έχοντας διαμορφώσει πλέον νέες τάσεις και απαιτήσεις από τους καταναλωτές. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, όταν οι καταναλωτές άρχισαν τα ταξίδια, έδειξαν προτίμηση σε μεγαλύτερα, ιδιωτικά καταλύματα, για πιο άνετη διαμονή, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό επίσης διαπιστώνεται μέσα και από την αύξηση των κερδών που παρουσίασε η AirBnB κατά το Q3 2020, βοηθώντας την αποτίμηση του IPO της να ξεπεράσει τα $100 εκ. Η AirBnB, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια τεχνολογική καινοτομία στον τομέα, δεν «ευθύνεται» ουσιαστικά για τις απώλειες που παρατηρήθηκαν τα τελευταία χρόνια στην παραδοσιακή βιομηχανία τουριστικών καταλυμάτων. Αντιθέτως, η έλλειψη μιας πιο πελατοκεντρικής και εξατομικευμένης προσέγγισης από τη ξενοδοχειακή βιομηχανία - κάτι που προσφέρει απλόχερα η ευελιξία και οι πολλαπλές επιλογές της AirBnB - ώθησε την άνθηση της τελευταίας.

Τα γεγονότα του 2020 εισήγαγαν ένα νέο κύμα εμπειριών, καθώς ο τομέας προσπαθούσε να αντεπεξέλθει σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα, με τους ξενοδόχους να μετατοπίζουν γρήγορα τις λειτουργίες και τη στρατηγική τους, ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν μιαν από τις πιο δύσκολες στιγμές στη σύγχρονη ιστορία του τομέα.

Σε τοπικό επίπεδο, η έλλειψη ρευστότητας στον τομέα, ο υψηλός δανεισμός που πιθανόν να προϋπήρχε και το αβέβαιο τουριστικό περιβάλλον, λόγω της πανδημίας, ενδέχεται να «σπρώξουν» ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων να αξιολογήσουν την πιθανότητα μιας εξαγοράς ή συγχώνευσης ή και πώλησης, για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις, δημιουργώντας συνέργειες, μειώνοντας το κόστος τους και διασφαλίζοντας τη μακροπρόθεσμη ευημερία της επιχείρησής τους. Σε διεθνές επίπεδο, τα δεδομένα δεν είναι ιδιαιτέρως διαφορετικά, με την JLL να εισηγείται ότι, το αβέβαιο τουριστικό περιβάλλον, αλλά και η έλλειψη διαθεσιμότητας χρηματοδότησης, συνιστούν ένα παγκόσμιο φαινόμενο για τον τομέα (με τους δανειστές να παρέχουν ευκολίες, όπως π.χ. αναστολή δόσεων όπου ήταν δυνατό).

Σύμφωνα με την JLL, θεσμικοί επενδυτές, κυρίως, άδραξαν την ευκαιρία που παρουσιάστηκε το 2020. Εκμεταλλευόμενοι το αβέβαιο τουριστικό περιβάλλον και την έλλειψη ρευστότητας στον τομέα των τουριστικών καταλυμάτων, αποτέλεσαν το 54% του όγκου συναλλαγών του τομέα για το 2020 σε διεθνές επίπεδο. Θεσμικοί επενδυτές και εύπορα φυσικά άτομα (High Net Worth Individuals) αναμένεται να είναι οι κύριοι επενδυτές σε τουριστικά καταλύματα κατά το 2021. Σημειώνεται επίσης ότι επενδύσεις σε τουριστικά καταλύματα που υιοθετούν τις αρχές των ESG (Environmental, Social and Governance) θα είναι πιο ελκυστικές, καθώς πλέον τα ESG είναι μια παγκόσμια προτεραιότητα. Τα «ΕSG» μπορούν να χαρακτηριστούν ως ένα σύνολο δεικτών που παρακολουθούν τις επιδόσεις μια οντότητας σε σχέση με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση. Πάρα το υψηλό κόστος που πιθανόν να παρουσιάζουν, τα μακροπρόθεσμα οφέλη από την υιοθέτηση των αρχών ESG υπερτερούν του βραχυπρόθεσμου κόστους για τον τομέα των τουριστικών καταλυμάτων.

Αδιαμφισβήτητα, η πανδημία έχει αλλάξει το επενδυτικό τοπίο για τα τουριστικά καταλύματα τόσο σε βραχυπρόθεσμο, όσο και σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Βραχυπρόθεσμα, αναμένεται να δούμε αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας, επιτάχυνση των τεχνολογικών εξελίξεων, αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον και περισσότερη έμφαση σε θέματα ESG.

 

*του Μάριου Καπνίση,  Manager, Deal Advisory, KPMG Limited

ΠΗΓΗ: Σημερινή

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ