Δημητριάδης: Δεν χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση για την Κεντρική Τράπεζα

"Πάνε να ευλογήσουν όσα έκαναν πριν από πέντε χρόνια", ανέφερε.

Του Χρήστου Μιχάλαρου

Την άποψη ότι οι αλλαγές της νομοθεσίας που έγιναν το 2013 και αφορούσαν στη λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας ήταν λανθασμένες και αντισυνταγματικές, εξέφρασε ο τέως Διοικητής της Πανίκος Δημητριάδης.

Μιλώντας στην εκπομπή «Όλα στο φως» του Ράδιο Πρώτο και ερωτηθείς αν η συνταγματική αναθεώρηση που προωθείται και αναμένεται να εμπεριέχει αλλαγές στην λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, απάντησε ότι αυτή είναι αχρείαστη κι ότι έρχεται να «ευλογήσει» όσα έγιναν πριν από πέντε χρόνια.

«Κάποιος μπορεί να δει και την γνωμάτευση την οποία εξέδωσε τότε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) η οποία ήταν κάθετα εναντίον, καθώς θα δημιουργούσε προβλήματα στις αποφάσεις και στην ανεξαρτησία της. Είδαμε και τα αποτελέσματα εκ των υστέρων. Μπήκαν δύο εκτελεστικοί (στο Διοικητικό Συμβούλιο) οι οποίοι δεν είχαν σαφή καθήκοντα, αλλά είχαν την ικανότητα να αναμειγνύονται στα πάντα. Αυτή ήταν απόφαση του Συμβουλίου και όχι του Διοικητή, στον οποίο και δεν λογοδοτούσαν. Δημιούργησαν μια προβληματική ιεραρχία», είπε.

Όπως είπε, η νομοθεσία θα πρέπει να επανέλθει σε εκείνα που προβλέπει το Σύνταγμα κι εκείνο είναι ο διορισμός υποδιοικητή.

«Σε άλλες θέσεις που το Σύνταγμα προβλέπει Τουρκοκύπριο, θα μπορούσε να διοριστεί Ελληνοκύπριος, όπως έγινε στο παρελθόν, για να ενισχυθεί η λειτουργία», τόνισε.

Όσον αφορά στο δημοσίευμα του πρακτορείου Bloomberg το οποίο καταδεικνύει μεγάλες πολιτικές πιέσεις στις Κεντρικές Τράπεζες σε πολλές χώρες παγκοσμίως, της Κύπρου περιλαμβανομένης, ο κος Δημητριάδης αιτιολόγησε το φαινόμενο συνδέοντάς το με την άνοδο πολιτικών που ρέπουν περισσότερο προς τον λαϊκισμό.

«Οι Κεντρικές Τράπεζες, γενικώς, είναι ένας εύκολος στόχος, ενώ υπάρχει η πεποίθηση ότι λόγω της οικονομικής κρίσης έχουν αποκτήσει υπερβολικά πολλές εξουσίες. Αυτό σίγουρα συνέβη και είναι ένας από τους λόγους που έχουν δημιουργήσει περισσότερα σημεία συγκρούσεων με τις πολιτικές ηγεσίες», τόνισε.

Σε κάθε περίπτωση, πρόσθεσε, είναι σημαντικό να θυμόμαστε το λόγο για τον οποίοι οι Κεντρικές Τράπεζες απέκτησαν αυτές τις εξουσίες, κάτι το οποίο είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο στην Ιστορία καθώς ξεκίνησε περί τα τέλη της δεκαετία τους ’80.

«Πρέπει να θυμηθούμε τι υπήρχε προηγουμένως. Υπήρχε ένας πάρα πολύ υψηλός πληθωρισμός με ταυτόχρονα υψηλή ανεργία. Ακόμα και στην Βρετανία, ο πληθωρισμός είχε φτάσει σχεδόν στο 30% ετησίως. Εκείνο που γίνεται σήμερα, αν κοιτάξουμε όλες τις χώρες, είναι ότι τα υψηλά επίπεδα πληθωρισμού επανέρχονται, όπως στην Τουρκία που αγγίζει το 25%. Ο στόχος της τουρκικής Κεντρικής Τράπεζας είναι το 5%. Αυτό έχει να κάνει με τις πιέσεις ου δέχτηκε η Κεντρική από τον Ταγίπ Ερντογάν, ώστε να υιοθετήσει πιο χαλαρή νομισματική πολιτική, διότι πιστεύει πως τα χαμηλά επιτόκια είναι καλά για τη χώρα», είπε.

Όπως εξήγησε, τέτοιες προσεγγίσεις επί της ουσίας εξυπηρετούν τους βραχυπρόθεσμους πολιτικούς στόχους, κάτι που σε αντίθεση με το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας.

«Γι’ αυτό τον λόγο πριν 25 χρόνια δόθηκε εξουσία και ανεξαρτησία στις Κεντρικές Τράπεζες, ώστε να καθορίζουν τη νομισματική πολιτική ανεξαρτήτως της πολιτικής ηγεσίας. Κι αυτό διότι τότε οι πολικοί είχαν πεισθεί ότι με αυτό τον τρόπο ο πληθωρισμός θα χαμήλωνε και θα βοηθούσε την μακροοικονομική σταθερότητα», τόνισε.

Στην ερώτηση αν υπάρχουν «καλόπιστες» πολιτικές παρεμβάσεις οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν θετικά, ο κος Δημητριάδης απάντησε ότι η ανεξαρτησία δεν δίνεται ως «λευκή επιταγή», καθώς ταυτόχρονα επιβάλλεται η λογοδοσία η οποία πρέπει να υπάρχει προς την νομοθετική εξουσία και όχι προς την εκτελεστική, δηλαδή τις κυβερνήσεις.

«Οι βουλευτές έχουν κάθε δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση, να καλούν την Κεντρική Τράπεζα να λογοδοτεί για τις πράξεις της και να δίνει εξηγήσεις. Η λογοδοσία δεν θα πρέπει να περιορίζεται όμως μόνο στη Βουλή, αλλά να είναι γενική, προς το κοινό. Γι’ αυτό θα πρέπει να δημοσιεύονται γεγονότα, να γίνονται συνεντεύξεις ώστε να εξηγούν στον κόσμο τι ακριβώς κάνουν», είπε προσθέτοντας ότι η διαφάνεια και η εξωστρέφεια θα πρέπει να είναι εκ των ων ουκ άνευ.

Εκεί, όπως είπε, υπάρχουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης, αλλά σε πολλές περιπτώσεις κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο.

Φέρνοντας ξανά το παράδειγμα της Τουρκίας, ο κος Δημητριάδης ανέφερε ότι σημαντικό πλήγμα στην οικονομία της χώρας, λόγω πολιτικών παρεμβάσεων, ήταν και η έξοδος των επενδυτών, καθώς θεώρησαν ότι η κυβέρνηση δεν σέβεται τους θεσμούς. Το ίδιο πρόβλημα μπορεί να υπάρξει και στην περίπτωση της Κύπρου και της Ελλάδας.

Ωστόσο, στην παρατήρηση ότι ίδιες πιέσεις ασκούνται και σε μεγάλες και ισχυρές χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι κυβερνώντες είναι σε μεγάλο βαθμό υπόλογοι στους θεσμούς, ο κος Δημητριάδης συμφώνησε, αναφερόμενος ακόμα και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η οποία δεχόταν πιέσεις από Γερμανούς πολιτικούς λόγω της «χαλαρής», όπως έλεγαν, νομισματικής πολιτικής που ασκούσε στην ευρωζώνη.

«Οι Γερμανοί ήθελαν πάντοτε πιο αυστηρή νομισματική πολιτική κι έβλεπαν ότι η ΕΚΤ διασώζει τις χώρες του Νότου, όπως η Ιταλία, η Κύπρος και η Ελλάδα, ενώ θα έπρεπε να είναι πιο αυστηρή», είπε.

Ερωτηθείς αν κατά την άποψή του η ΕΚΤ θα έπρεπε να ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο στα κράτη μέλη, απάντησε ότι ο ίδιος δεν θεωρεί ότι ασκήθηκε λανθασμένη πολιτική, χαρακτηρίζοντάς την «όσο καλύτερη θα μπορούσε να ήταν για ολόκληρη την ευρωζώνη», παρά το γεγονός ότι οι Γερμανοί το βλέπουν από τη δική τους σκοπιά.