"Mayday" λόγω Brexit - Πώς επηρεάζεται η Κύπρος

Oι διαπραγµατεύσεις αποτελούν ακανθώδες ζήτηµα, επειδή τα δύο µέλη που διαπραγµατεύονται, το Ην. Βασίλειο από τη µία και η Ευρωπαϊκή Ένωση από την άλλη, έχουν αποκλίνοντα συµφέροντα.

Του Σωκράτη Ιωακείμ

Το Ηνωµένο Βασίλειο, αν και ποτέ δεν αποφάσισε να γίνει µέλος της Ευρωζώνης και να υιοθετήσει το ευρώ ως νόµισµα, ήταν ένα από τα 28 µέλη της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.

Η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά αποτελείται από τις λεγόµενες 4 ελευθερίες: ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εµπορευµάτων, υπηρεσιών και προσώπων, χωρίς περιορισµούς ανάµεσα στα µέλη της.

Η ορθή κατανόηση της έννοιας της κοινής αγοράς και των επιµέρους ελευθεριών που προσφέρει αποτελεί αδήριτη ανάγκη για την πλήρη κατανόηση των διαπραγµατεύσεων για την αποχώρηση του Ηνωµένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όπως είναι γνωστό, οι διαπραγµατεύσεις αυτές αποτελούν ακανθώδες ζήτηµα, επειδή τα δύο µέλη που διαπραγµατεύονται, το Ην. Βασίλειο από τη µία και η Ευρωπαϊκή Ένωση από την άλλη, έχουν αποκλίνοντα συµφέροντα (Bongardt & Torres, 2016).

Το δηµοψήφισµα έγινε στις 23 Ιουνίου 2016. Η επιστολή που εξέφραζε τη θέληση του Ην. Βασιλείου να αποχωρήσει, υπογεγραµµένη από τη Βρετανή πρωθυπουργό Theresa May, παραδόθηκε ιδιοχείρως από τον Βρετανό πρέσβη στον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου Donald Tusk στις 29 Μαρτίου 2017 και από τότε άρχισε η αντίστροφη µέτρηση που καθορίζεται στο Άρθρο 50. Μέσα σε αυτό το χρονικό πλαίσιο των δύο χρόνων θα έπρεπε να ολοκληρωθούν οι διαπραγµατεύσεις. Από την πλευρά τού Ην. Βασιλείου, η κυβέρνηση May επέλεξε τον David Davis ως επικεφαλής των διαπραγµατεύσεων, ενώ η όλη διαδικασία συντονίζεται από ένα νέο υπουργείο, ιδρυµένο γι’ αυτόν αποκλειστικά τον σκοπό.

Ο David Davis, όµως, µαζί µε τον υπουργό Εξωτερικών Boris Johnson, αποφάσισαν να παραιτηθούν σε µια ξαφνική νέα κρίση µε αφορµή το Brexit. Ο υπουργός Εξωτερικών αντικαταστάθηκε από τον Jeremy Hunt, ενώ ο Dominic Raab ορίστηκε υπεύθυνος για θέµατα Brexit. Οι λόγοι που εξώθησαν στις παραιτήσεις των κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών παραµένουν αίολοι, αλλά η κύρια αιτία φαίνεται να είναι η διαφωνία τους στο προσχέδιο το οποίο προκρίθηκε από την πλευρά της Πρωθυπουργού και αφορούσε σε ένα ήπιο Brexit. Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασικός διαπραγµατευτής είναι το πιο υπερεθνικό όργανο της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και συγκεκριµένα ο Michel Barnier. 

Στις 29 Μαρτίου του 2017, δηλαδή 44 χρόνια µετά την είσοδό της στην τότε ΕΟΚ, η Βρετανία έκανε το πρώτο ουσιαστικό βήµα για την έξοδό της από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενεργοποιώντας το Άρθρο 50, που σήµαινε την έναρξη των σκληρών διαπραγµατεύσεων µε τις Βρυξέλλες, και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου Donald Tusk γνωστοποίησε τη λήψη της σχετικής επίσηµης επιστολής.

Στις 10 ∆εκεµβρίου του 2018, η πρωθυπουργός της Βρετανίας Theresa May αποφάσισε να αναβληθεί η ψηφοφορία στη Βουλή των Κοινοτήτων για τη συµφωνία που έκλεισε όσον αφορά το Brexit, προκειµένου να αποπειραθεί να εξασφαλίσει περισσότερες παραχωρήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όµως οι Βρυξέλλες αρνούνται την επαναδιαπραγµάτευση, ενώ ολοένα και περισσότεροι Βρετανοί κοινοβουλευτικοί αµφιβάλλουν για το εάν και κατά πόσο η May, πιεζόµενη και βαλλόµενη πανταχόθεν, µπορεί να αποσπάσει κάποια ουσιώδη αλλαγή.  

∆εν είναι σαφές ποιο αποτέλεσµα θα έχει η εσπευσµένη αυτή κίνηση της αρχηγού των Τόρις. Σίγουρα κανείς δεν µπορεί να αποκλείσει το ενδεχόµενο ενός Brexit χωρίς συµφωνία, ούτε όµως και ενός ακόµη συµβιβασµού της τελευταίας στιγµής. Όλα τα ενδεχόµενα είναι ανοιχτά.

ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ ΓΙΑ ΤΟ BREXIT
Σε σχέση µε το Βrexit, οι εξελίξεις ήταν αρνητικές, αφού παρά τις διήµερες συζητήσεις, το θέµα παρέµεινε σε εκκρεµότητα, µε αποτέλεσµα οι πιθανότητες αποχώρησης του Ηνωµένου Βασιλείου χωρίς συµφωνία να έχουν αυξηθεί, γιατί οι Ευρωπαίοι αρνούνται να επαναδιαπραγµατευθούν τη συµφωνία ΕΕ – Ην. Βασιλείου της 25ης Νοεµβρίου.

Το αδιέξοδο οφείλεται στο καθεστώς της Βόρειας Ιρλανδίας, όπου η συµφωνία προβλέπει µια δικλείδα ασφαλείας, σύµφωνα µε την οποία, σε περίπτωση που µέχρι το τέλος του 2020 δεν υπάρξει συµφωνία για τη µελλοντική σχέση της ΕΕ µε το Ηνωµένο Βασίλειο, τότε η Βόρεια Ιρλανδία (βρετανική επικράτεια) θα παραµείνει στην ενιαία αγορά, χωρίς να προσδιορίζεται η ακριβής περίοδος.

Η συµφωνία αµφισβητείται από πολλούς βουλευτές του κόµµατος της κ. May, η οποία επιχείρησε στη διάρκεια της συνόδου να προσδιορίσει χρονικά την παραµονή της Βόρειας Ιρλανδίας στην ενιαία αγορά, ωστόσο οι Ευρωπαίοι αρνούνται οποιαδήποτε επαναδιαπραγµάτευση της συµφωνίας.

Πάντως, ο Donald Tusk δήλωσε πως θα είναι στη διάθεση της Theresa May για να συζητήσουν, σηµειώνοντας, ωστόσο, ότι δεν έχει την εντολή να καλέσει νέα σύνοδο κορυφής για το εν λόγω θέµα, και επανέλαβε ότι δεν είναι δυνατή η επαναδιαπραγµάτευση της συµφωνίας. Ενδεικτικό της σοβαρότητας της κατάστασης είναι και το γεγονός ότι, όπως είπε ο Jean-Claude Juncker, την Τετάρτη, 26 ∆εκεµβρίου, η Κοµισιόν θα δηµοσιεύσει έκθεση που θα αναφέρεται στα έκτακτα µέτρα τα οποία θα ληφθούν στην ΕΕ σε περίπτωση Brexit χωρίς επίτευξη συµφωνίας. 

BREXIT: Η ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Η συµφωνία της κ. Μay µε την ΕΕ όχι µόνο δεν έχει δώσει τέλος στην αβεβαιότητα των τελευταίων δυόµισι χρόνων, αλλά την έχει αυξήσει, ανέφερε στο Economy Today ο τέως ∆ιοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Πανίκος ∆ηµητριάδης, ο οποίος πρόσθεσε πως σήµερα όλα τα σενάρια είναι πιθανά από την παραµονή του Ηνωµένου Βασιλείου στην ΕΕ, µέχρι και η έξοδός του χωρίς συµφωνία. «Η ΕΕ, και ιδιαίτερα χώρες που έχουν στενές σχέσεις µε το Ην. Βασίλειο, όπως η Κύπρος, πρέπει να είναι έτοιµες για όλα τα σενάρια», ανέφερε. Αναλυτικά τα πιθανά σενάρια σύµφωνα µε τον κ. ∆ηµητριάδη έχουν ως ακολούθως:

NO DEAL BREXIT
Ιδιαίτερα η έξοδος χωρίς συµφωνία θα δηµιουργήσει σοβαρά εµπόδια στις εµπορικές συναλλαγές και τον τουρισµό για τουλάχιστον µερικούς µήνες, αν όχι και χρόνια. Στην περίπτωση αυτή, στις 29 Μαρτίου 2019, το Ηνωµένο Βασίλειο αποχωρεί από την ΕΕ χωρίς µεταβατική περίοδο και χωρίς να υπάρχει σαφήνεια για το τι θα συµβεί µετά.  Αναφορικά µε το εµπόριο, πολλά βρετανικά προϊόντα µπορεί να µην γίνονται αποδεκτά από την ΕΕ µέχρι να τύχουν πιστοποίησης και εξουσιοδότησης, διαδικασίες που ενδεχοµένως να αποδειχθούν χρονοβόρες.

Είναι πολύ πιθανό να δηµιουργηθούν ουρές στα λιµάνια της Βρετανίας και µεγάλες καθυστερήσεις στις εισαγωγές και εξαγωγές, οι οποίες θα οδηγήσουν σε ελλείψεις βασικών αγαθών και φαρµάκων στη βρετανική αγορά. Επίσης, οι τιµές των ευρωπαϊκών προϊόντων στη Βρετανία θα αυξηθούν λόγω δασµών που θα επιβληθούν.

Χώρες των οποίων οι οικονοµίες εξαρτώνται σηµαντικά από εξαγωγές αγαθών ή/και υπηρεσιών στη Βρετανία θα επηρεασθούν αρνητικά. Αναµένονται επίσης µεγάλες ουρές στα σύνορα της Βρετανίας, λόγω αυξηµένων ελέγχων, ενώ η θέση των πολιτών χωρών µελών της ΕΕ που ζουν στο Ην. Βασίλειο θα είναι αβέβαιη, καθώς επίσης και τα προσόντα εκείνων που εργάζονται ενδεχοµένως να µην αναγνωρίζονται πλέον.

Επιπρόσθετα είναι πιθανό να δηµιουργηθούν προβλήµατα στις πτήσεις µεταξύ της ΕΕ και της Βρετανίας, γιατί δεν θα υπάρχουν όλες οι αναγκαίες πιστοποιήσεις για τις αεροπορικές εταιρείες, οι οποίες θα δηµιουργήσουν αρνητικές επιπτώσεις στον τουρισµό, ίσως για όλη την καλοκαιρινή σεζόν. Παρά το γεγονός ότι αυτό το σενάριο θα έχει πολύ αρνητικές οικονοµικές επιπτώσεις για το ίδιο το Ην. Βασίλειο, θα ικανοποιήσει τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του Brexit, όπως ο συντηρητικός βουλευτής Jacob Rees-Mogg, γιατί δηµιουργεί το «πλεονέκτηµα» ότι η νέα σχέση µεταξύ του Ην. Βασιλείου και της ΕΕ θα χτιστεί πάνω σε µηδενική βάση.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜAY - ΕΕ
Σε αντίθεση µε το προηγούµενο σενάριο, η συµφωνία απόσυρσης του Νοεµβρίου δεν δηµιουργεί απότοµες αλλαγές στις σχέσεις µεταξύ ΕΕ και Ηνωµένου Βασιλείου, λόγω κυρίως της µεταβατικής περιόδου, η οποία θα διαρκέσει µέχρι το τέλος του 2020. Ακόµη και µετά το 2020, η συµφωνία αποκλείει δασµούς ή άλλου είδους περιορισµούς στο εµπόριο. ∆ηµιουργεί µάλιστα το ενδεχόµενο διαιώνισης της τελωνειακής ένωσης µεταξύ των δύο πλευρών αν δεν επιτευχθεί συµφωνία η οποία να αποφεύγει τη δηµιουργία συνόρων στην Ιρλανδία. Σε µια τέτοια περίπτωση, το Ην. Βασίλειο δεν θα µπορεί να συνάψει ξεχωριστές εµπορικές συµφωνίες µε χώρες εκτός της ΕΕ. Ταυτόχρονα, δεν θα έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις συµφωνίες που θα συνάψει η ΕΕ µε τρίτες χώρες, τις οποίες θα είναι υπόχρεο να εφαρµόζει. Γενικότερα η συµφωνία προβλέπει να διατηρούνται στενές σχέσεις µεταξύ των δύο πλευρών, όπως και ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων. Η µεγάλη αλλαγή αφορά την αρχή της ελεύθερης διακίνησης ατόµων, η οποία θα σταµατήσει να ισχύει.

REMAIN - ΠΑΡΑΜΟΝΗ
Με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου η οποία επιβεβαιώνει ότι είναι καθαρά θέµα του Ηνωµένου Βασιλείου αν επιθυµεί να αποσύρει την επίκληση του Άρθρου 50, το σενάριο της παραµονής φαντάζει ακόµη πιο πιθανό. Σύµφωνα µε πολλές δηµοσκοπήσεις, το σενάριο αυτό µάλλον θα επικρατήσει αν υπάρξει νέο δηµοψήφισµα. Φυσικά τίποτα δεν µπορεί να αποκλεισθεί σε µία τέτοια περίπτωση, ούτε και το no-deal Brexit.   Το µόνο σίγουρο είναι ότι η αβεβαιότητα θα συνεχιστεί για τουλάχιστον ακόµη µερικούς µήνες, αν όχι και περισσότερο. Από µόνη της η συνεχιζόµενη αβεβαιότητα επηρεάζει τη συναλλαγµατική ισοτιµία της στερλίνας και την αγοραστική δύναµη των Βρετανών καταναλωτών, όπως και τα εισοδήµατά τους.

Το πολυσυζητηµένο Brexit, αποτέλεσµα του δηµοψηφίσµατος που οργάνωσε ο πρώην πρωθυπουργός του Ηνωµένου Βασιλείου David Cameron και επέφερε την παραίτησή του, δηµιούργησε πρωτοφανείς προκλήσεις για την ευρωπαϊκή διπλωµατία. Ως η πρώτη φορά που κράτος-µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίζει να αποχωρήσει από την Ένωση, δεν υπήρχε νοµικό ή πολιτικό προηγούµενο που να µπορούσε να λειτουργήσει ως φάρος στη διαδικασία αποχώρησης, παρά µόνο το Άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβώνας. Αυτό ήταν και έναυσµα για τις δαιδαλώδεις διαπραγµατεύσεις που εξελίσσονται έως και σήµερα.

ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΗΡΕΑΣΤΟΥΝ ΟΙ ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ BREXIT
«Όπως είναι γνωστό, η πρόσφατη συµφωνία αποχώρησης του Ηνωµένου Βασιλείου από την ΕΕ έχει εγκριθεί στις 25 Νοεµβρίου από τα 27 κράτη-µέλη της ΕΕ και αναµένεται τώρα η ψηφοφορία στο Βρετανικό Κοινοβούλιο στις 11 ∆εκεµβρίου, για την έγκρισή της ή όχι. Σε περίπτωση που εγκριθεί, θα αρχίσουν οι διαπραγµατεύσεις για τη µελλοντική σχέση του Ην. Βασιλείου µε την ΕΕ. Σε περίπτωση µη έγκρισής της, τότε το ενδεχόµενο ενός άτακτου Brexit γίνεται πολύ ορατό, µε όλες τις δυσάρεστες συνέπειες που αυτό θα έχει για όλους, περιλαµβανοµένης βέβαια και της Κύπρου.

Ως εκ τούτου, δεν µας είναι ακόµα γνωστή η µελλοντική σχέση του Ην. Βασιλείου µε την ΕΕ, για να µπορούµε να σχολιάσουµε µε βεβαιότητα και βασιζόµενοι σε συγκεκριµένα στοιχεία τον βαθµό επηρεασµού των κυπριακών επιχειρήσεων», ανέφερε στο Economy Today ο ανώτερος διευθυντής του ΚΕΒΕ Λεωνίδας Πασχαλίδης. Εκείνο που µπορούµε να πούµε σήµερα µε βεβαιότητα, σύµφωνα πάντα µε τον κ. Πασχαλίδη, είναι ότι µέχρι το τέλος της µεταβατικής περιόδου (τέλος του 2020, µε πιθανότητα επέκτασης για ακόµα έναν τουλάχιστο χρόνο) δεν θα υπάρξει κανένας επηρεασµός, αφού πρακτικά το κοινοτικό κεκτηµένο θα συνεχίσει να ισχύει ωσάν το Ην. Βασίλειο να ήταν µέλος της ΕΕ. «Σύµφωνα όµως µε το κείµενο της πολιτικής διακήρυξης για τη µελλοντική σχέση ΕΕ - Ην. Βασιλείου, το οποίο εγκρίθηκε επίσης από τα 27 κράτη-µέλη της ΕΕ στις 25 Νοεµβρίου, ΕΕ και Ην. Βασίλειο δεσµεύονται να οριοθετήσουν και οργανώσουν µια ευρεία και εξαιρετικά στενή τελωνειακή, εµπορική, αµυντική και χρηµατοοικονοµική συνεργασία και παράλληλα να αντικαταστήσουν το backstop στη Βόρεια Ιρλανδία µε µεταγενέστερη συµφωνία, που να διασφαλίζει την απουσία ενός σκληρού συνόρου στο νησί της Ιρλανδίας σε µόνιµη βάση.

Το κείµενο αναφέρεται επίσης στην εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισµού, τη διευκόλυνση της διασυνοριακής κυκλοφορίας των εµπορευµάτων, την κατάργηση δασµών, τελών, επιβαρύνσεων ή ποσοτικών περιορισµών, την εφαρµογή φιλόδοξων τελωνειακών καθεστώτων, τη µη θεώρηση εισόδου για βραχυπρόθεσµες επισκέψεις, τη σύναψη φιλόδοξων, συνολικών και ισορροπηµένων ρυθµίσεων σχετικά µε το εµπόριο υπηρεσιών και τις επενδύσεις σε τοµείς υπηρεσιών και εκτός των υπηρεσιών, επιδιώκοντας την επίτευξη ενός επιπέδου ελευθέρωσης του εµπορίου υπηρεσιών, πέραν των δεσµεύσεων του Παγκόσµιου Οργανισµού Εµπορίου (ΠΟΕ) και βάσει των πρόσφατων Συµφωνιών Ελεύθερων Συναλλαγών της Ένωσης (ΣΕΣ).

Σε σχέση µε τα χρηµατοοικονοµικά, τα συµβαλλόµενα µέρη πρέπει να συµπεριλάβουν διατάξεις που να επιτρέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και τις πληρωµές που συνδέονται µε συναλλαγές που απελευθερώνονται στο πλαίσιο της οικονοµικής εταιρικής σχέσης, µε την επιφύλαξη σχετικών εξαιρέσεων», υπογράµµισε. Με βάση τα πιο πάνω (αν φυσικά επιτευχθούν) ο κ. Πασχαλίδης πρόσθεσε ότι πιστεύουν πως οι κυπριακές επιχειρήσεις θα επηρεαστούν στον µικρότερο δυνατό βαθµό και δεν θα υπάρξουν ιδιαίτερα δυσµενείς επιπτώσεις στο εµπόριο, αφού το Ην. Βασίλειο είναι σηµαντικός εµπορικός εταίρος της Κύπρου τόσο όσον αφορά τις εισαγωγές µας όσο και τις εξαγωγές µας.

«Οµοίως δεν θα υπάρξουν ιδιαίτερα δυσµενείς επιπτώσεις όσον αφορά τις υπηρεσίες, τις επενδύσεις, την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και τα χρηµατοοικονοµικά. Φυσικά θα πρέπει να λάβουµε υπόψη την ισοτιµία που τελικά θα επικρατήσει µεταξύ της στερλίνας και του ευρώ, αλλά και την οικονοµική κατάσταση στο Ην. Βασίλειο, αφού και αυτές οι παράµετροι επηρεάζουν τόσο το εµπόριο όσο και τον τουρισµό. Τέλος, επισηµαίνουµε ότι µε το Brexit, το Ην. Βασίλειο δεν θα µετέχει πλέον στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΕ και αυτό ενδεχοµένως να έχει δυσµενείς επιπτώσεις σε σχέση µε την υπεράσπιση αριθµού θεµάτων (όπως τα φορολογικά) σε επίπεδο ΕΕ όπου η Κύπρος ευθυγραµµίζεται πλήρως µε το Ην. Βασίλειο, αφού τα θέµατα αυτά είναι µεγάλης σηµασίας για την οικονοµία της», είπε.

ΘΕΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΡΝΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΒΛΕΠΕΙ Η ΟΕΒ
«Η έξοδος του Ηνωµένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, γνωστότερη ως Brexit, αποτελεί ζήτηµα που απασχολεί έντονα όλες τις χώρες-µέλη της ΕΕ, συνεπώς και την Κύπρο, κυρίως λαµβάνοντας υπόψη τους ιστορικούς και οικονοµικούς δεσµούς που συνδέουν τη χώρα µας µε το Ην. Βασίλειο, καθώς και το µέγεθος της κυπριακής παροικίας εκεί. Παρόλο που επί του παρόντος τα δεδοµένα είναι κάπως ρευστά αναφορικά µε την τελική µορφή που θα έχει το Brexit, ωστόσο µπορούµε να αναφερθούµε τόσο σε θετικές όσο και σε αρνητικές επιπτώσεις που θα προκύψουν για την Κύπρο από αυτή την εξέλιξη», τόνισε από την πλευρά του ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής της ΟΕΒ Κώστας Χριστοφίδης. 

Σύµφωνα πάντα µε τον κ. Χριστοφίδη, γενικότερα εκείνο το οποίο µπορεί να ειπωθεί είναι ότι το Brexit αναµένεται να είναι διαχειρίσιµο από την Κύπρο και αυτό δεν αποτελεί απλώς ευχολόγια, αφού διεθνείς οργανισµοί, όπως είναι το ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο, εκτιµούν πως η χώρα µας θα µπορέσει να µετριάσει τις αρνητικές επιπτώσεις του Brexit. «Όπως προκύπτει από την πρόσφατη συµφωνία ΕΕ – Αγγλίας το καθεστώς των εξαγωγών κυπριακών προϊόντων στη βρετανική αγορά αναµένεται να συνεχίσει µε τους ίδιους όρους, οµοίως και οι εισαγωγές. Εποµένως, το µεγάλο κεφάλαιο που κυρίως αφορά τις κυπριακές εξαγωγές στην Αγγλία δεν αναµένεται να επηρεαστεί.

Οµοίως, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, δεν αναµένεται να επηρεαστεί το τουριστικό κύµα των Βρετανών τουριστών που κάθε χρόνο και ολόχρονα επισκέπτονται την Κύπρο. Για τον τουρισµό, βεβαίως, θα πρέπει να αναφέρουµε ότι δεν είναι ακόµη ξεκάθαρο το θέµα της επιβολής βίζας µεταξύ της Βρετανίας και χωρών της ΕΕ, όπως είναι η Κύπρος, ωστόσο εκτιµάται ότι οι Βρετανοί δεν θα περιπλέξουν τα ζητήµατα του Brexit επιβάλλοντας βίζα», σηµείωσε. Πρόσθεσε παράλληλα ότι αναµένεται να προκύψουν και θετικές επιπτώσεις από το Brexit, που σχετίζονται µε την προσέλκυση εταιρειών του Ηνωµένου Βασιλείου στην Κύπρο.

«Η χώρα µας, ως µέλος της Ευρωζώνης, διαθέτει νοµικό σύστηµα βασισµένο στο αγγλοσαξονικό δίκαιο, ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, καθώς επίσης αγγλόφωνα σχολεία, που όλα διευκολύνουν την προσέλκυση εταιρειών του Ην. Βασιλείου.

Συνεπώς, είναι δυνατό να παρατηρήσουµε σε σύντοµο χρονικό διάστηµα επιχειρήσεις οι οποίες αυτή τη στιγµή εδρεύουν στο Ην. Βασίλειο να µεταφέρουν την έδρα τους στην Κύπρο ή να αποκτήσουν βάση στην Κύπρο προκειµένου να δραστηριοποιούνται σε έδαφος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, εξέλιξη που µόνο θετικές επιπτώσεις αναµένεται να έχει για την Κύπρο και την κυπριακή οικονοµία. Ήδη προς αυτή την κατεύθυνση δραστηριοποιείται έντονα και µεθοδικά ο Κυπριακός Οργανισµός Προσέλκυσης Επενδύσεων (CIPA)», κατέληξε.

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ INVEST CYPRUS
«Η έξοδος του Ηνωµένου Βασιλείου από την ΕΕ είναι µία εξέλιξη που αδιαµφισβήτητα µας αφορά. Υπό ορισµένες προϋποθέσεις, µάλιστα, η εξέλιξη αυτή δηµιουργεί και ευκαιρίες για την Κύπρο, και σε εµάς εναπόκειται να τις αξιοποιήσουµε.

Ο Κυπριακός Οργανισµός Προώθησης Επενδύσεων (Invest Cyprus) προετοιµάζεται εδώ και καιρό για το Brexit, µε στόχο να αποκοµίσουµε ως Κύπρος κατά το δυνατόν περισσότερα οφέλη. Σε συντονισµό και σε συνεννόηση πάντα µε όλους τους εµπλεκόµενους φορείς, έχουµε χαράξει συγκεκριµένη στρατηγική ενόψει Brexit, µε ορίζοντα το 2019», µας ανέφερε ο πρόεδρος του Κυπριακού Οργανισµού Προώθησης Επενδύσεων Μιχάλης Μιχαήλ. 

«Εστιάζουµε συγκεκριµένα µέσα από τη δράση και τις ενέργειές µας στη διεκδίκηση επιχειρήσεων που δεν θέλουν να χάσουν επαφή και πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, µε στόχο να µεταφέρουν την έδρα ή µέρος των δραστηριοτήτων τους στην Κύπρο µετά την έξοδο του Ην. Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για τον σκοπό αυτό, συνεργαζόµαστε µε διεθνούς εµβέλειας µέσα µαζικής ενηµέρωσης, όπως είναι το Bloomberg και το CNBC, για σκοπούς προβολής της Κύπρου. Συµµετέχουµε σε συνέδρια και εκθέσεις, ενώ την ίδια ώρα πραγµατοποιούµε στοχευµένες συναντήσεις µε τις ενδιαφερόµενες επιχειρήσεις. Μάλιστα, γίνονται και κατ’ ιδίαν επισκέψεις στα γραφεία των ενδιαφερόµενων εταιρειών, για την πραγµατοποίηση θεµατικών roadshows», είπε.

Όπως µας ανέφερε, θεωρούν ότι η µεγαλύτερη προοπτική είναι στον τοµέα των επενδυτικών ταµείων, αν και µε την έξοδο του Ην. Βασιλείου από την ΕΕ επηρεάζονται και άλλοι τοµείς επιµέρους υπηρεσιών, κάτι που η Κύπρος µπορεί να εκµεταλλευτεί. «Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουµε και στην προσέλκυση νέων ναυτιλιακών εταιρειών και άλλων επιχειρήσεων του ναυτιλιακού οικοσυστήµατος, σε συνεργασία πάντοτε µε το Υφυπουργείο Ναυτιλίας.

H Κύπρος µπορεί να ενισχυθεί ως επιχειρηµατικό κέντρο µετά το Brexit. Tα συγκριτικά πλεονεκτήµατα που προσφέρει υποχρεώνουν κάθε ενδιαφερόµενο να την αξιολογήσει σοβαρά ως πιθανή επιλογή. Τέτοια πλεονεκτήµατα είναι ασφαλώς το αγγλοσαξονικό νοµικό σύστηµα, η γεωγραφική θέση, το ελκυστικό φορολογικό περιβάλλον και τα κίνητρα που προσφέρονται σε επιχειρήσεις και προσωπικό. Ακόµη, η Κύπρος προσφέρει υψηλής ποιότητας επαγγελµατικές υπηρεσίες, ενώ την ευνοεί η σύγκριση µε άλλες χώρες της ΕΕ και στο θέµα του κόστους της ενοικίασης γραφείων», υπογράµµισε.

Η ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟ BREXIT ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Η αβεβαιότητα που επικρατεί ειδικά το τελευταίο διάστηµα σε σχέση µε τη διαδικασία εξόδου του Ηνωµένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση δηµιουργεί διάφορα ζητήµατα που επηρεάζουν την οικονοµία, τις επιχειρήσεις, αλλά και την ευρύτερη δηµοσιονοµική πολιτική.

Οι παρενέργειες του Brexit, σύµφωνα µε τον λέκτορα Νοµικής δρα Αντώνη Στυλιανού, δεν αφορούν µόνο την πολιτική και γεωπολιτική θέση του Ην. Βασιλείου, αλλά και την κατάσταση της οικονοµίας, µε αλυσιδωτές συνέπειες στους πλείστους τοµείς της οικονοµίας, αλλά συνάµα και αρκετές προοπτικές για τις χώρες εκείνες που θα επιλέξουν µια πιο στενή εµπορική σχέση µε το Ην. Βασίλειο µετά την έξοδό του από την Ένωση.

«Παράλληλα, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι η παρατεταµένη αβεβαιότητα όσον αφορά στην ίδια τη διαδικασία του Brexit, µε τις δραµατικές εξελίξεις που παρατηρούνται, όπως για παράδειγµα η πρόταση µοµφής κατά της Βρετανίδας Πρωθυπουργού, η αναβολή της ψήφισης της Συµφωνίας Αποχώρησης και το ενδεχόµενο ενός άτακτου Brexit, επηρεάζουν αναµφίβολα τη στερλίνα και τις ίδιες τις εµπορικές δραστηριότητες της χώρας. Μια πρώτη εκτίµηση για τις επιπτώσεις της συνεχιζόµενης αβεβαιότητας για το Brexit αφορά στην αγορά ακινήτων, όπως δηλώνεται µάλιστα από το Βασιλικό Ινστιτούτο Εκτιµητών Ακινήτων, αφού ο αριθµός των ακινήτων που πωλούνται θα µειωθεί το επόµενο τρίµηνο, ενώ γι’ αυτά που βρίσκονται προς πώληση, η περίοδος ολοκλήρωσης της αγοραπωλησίας βρίσκεται στο µεγαλύτερο χρονικό διάστηµα από το 2016. Η αβεβαιότητα επηρεάζει επίσης τις νέες αναπτύξεις, την ίδια στιγµή που διαφαίνεται µια οικιστική κρίση», είπε.

ΑΠΩΛΕΙΑ MΟMΕΝΤΟΥM
Σε γενικότερες γραµµές, σύµφωνα πάντα µε τον κ. Στυλιανού, διαφαίνεται ότι η οικονοµία του Ηνωµένου Βασιλείου χάνει το µοµέντουµ της, λόγω ακριβώς των εξελίξεων που αφορούν στο Brexit, µε αρκετές εταιρείες παροχής υπηρεσιών, που αποτελούν µια βασική κινητήρια δύναµη της βρετανικής οικονοµίας, να αναφέρουν ότι οι πελάτες τους αναβάλλουν τις επενδυτικές τους αποφάσεις.

«Οι δείκτες ανάπτυξης µάλιστα για τον µήνα Νοέµβριο υποδηλούν ότι αυτή έχει επιβραδυνθεί στο 0.1% από το 0.6% που ήταν το τρίτο τρίµηνο του 2018, µε τον ορίζοντα για το νέο έτος να παραµένει θολός, ενόψει µάλιστα του γεγονότος ότι –εκτός και αν υπάρξει παράταση στην εφαρµογή του Άρθρου 50 για την έξοδο του Ην. Βασιλείου– η έξοδος θα επέλθει, µε συµφωνία ή χωρίς, στις 29 Μαρτίου 2019», είπε.

ΈΛΛΕΙΨΗ ΕMΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ
«Γεγονός παραµένει ότι οι επιχειρήσεις, οι επενδυτές, αλλά και οι καταναλωτές, παραµένουν σκεπτικοί όσον αφορά το µέλλον της οικονοµίας, µε έντονο το αίσθηµα έλλειψης εµπιστοσύνης. Η οικονοµία παραµένει, και αναµένεται να παραµείνει, εύθραυστη και επιρρεπής στις εξελίξεις που αφορούν στη διαδικασία του Brexit, µε το ενδεχόµενο µιας χαοτικής εικόνας να ισχύει ως σενάριο τις επόµενες εβδοµάδες και τουλάχιστον µέχρι τα τέλη Ιανουαρίου, οπόταν αναµένονται να ξεκαθαρίσουν αρκετά ζητήµατα, την ίδια στιγµή που ο Οργανισµός Οικονοµικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, αλλά και το HM Treasury του Ηνωµένου Βασιλείου, εκτιµούν ότι το Brexit θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ της χώρας ύψους 3% µέχρι το 2020, µε προβλέψεις που αφορούν στη µείωση των τιµών των ακινήτων µέχρι και στο 30% -και εδώ βρίσκονται αρκετές ευκαιρίες-, τις τιµές των επιτοκίων, τα µη εξυπηρετούµενα δάνεια, τις αρνητικές επιδόσεις των κεφαλαίων αλλά και τις επιδόσεις της χρηµατιστηριακής αγοράς», κατέληξε.

Brexit: Η επαλήθευση του Murphy’s Law -Και τώρα, τι;

ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΕΛΩΝΗ
Σύµβουλος Στρατηγικών Μελετών

Με 100 περίπου µέρες να υπολείπονται µέχρι την έξοδο του Ηνωµένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι πραγµατικά συναρπαστικό, αλλά συνάµα και καταθλιπτικό, το πώς ένα κράτος µε τόση ιστορία και παράδοση, που φηµίζεται για τη φλεγµατικότητα και τη σοβαρότητα µε την οποία προσεγγίζει τα θέµατα, να έχει βρεθεί σε µια τόσο αδιέξοδη κατάσταση.
Τα λάθη και οι κακοί υπολογισµοί ήταν στην ηµερησία διάταξη από την πρώτη στιγµή που ο τότε πρωθυπουργός David Cameron ανακοίνωνε τη διεξαγωγή του δηµοψηφίσµατος για την παραµονή ή έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Και όπως τόσο γλαφυρά παραθέτει ο περίφηµος Νόµος του Murphy, αν κάτι µπορεί να πάει στραβά, θα πάει. Ας δούµε λοιπόν την εφαρµογή του Murphy σε όλο της το µεγαλείο στην υπόθεση του Brexit.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΛΑΘΟΣ
Ο Cameron και η οµάδα του υπολόγιζαν ότι θα ήταν εύκολη υπόθεση το να πάρει µια θετική ψήφο για παραµονή στην ΕΕ. Ακολούθησε µια καµπάνια «εκφοβισµού» του κοινού για το τι θα συµβεί στην οικονοµία αν το Ην. Βασίλειο φύγει από την ΕΕ. Αντίθετα, οι υποστηρικτές της εξόδου χρησιµοποίησαν θετικά µηνύµατα για την εξοικονόµηση τεράστιων ποσών, για τον περιορισµό της ανεξέλεγκτης µετανάστευσης, για την ενίσχυση της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας. Η απάθεια, η ξενοφοβία, ο συντηρητισµός των πιο µεγάλων σε ηλικία, η δυσαρέσκεια των περιφερειών από τη συγκέντρωση του πλούτου στον Νότο και στο Λονδίνο, έφεραν τη µεγάλη ανατροπή, µε 51.9% να ψηφίζουν την έξοδο, έναντι 48.1% που ψήφισαν την παραµονή. Το πιο σηµαντικό στοιχείο κατά την άποψή µου –που φαίνεται να παραγνωρίζεται– είναι η συµµετοχή στο δηµοψήφισµα, που έφθασε στο 72% του συνόλου των ψηφοφόρων. Αυτό σηµαίνει ότι µε µόλις το 37,3% του συνόλου του εκλογικού σώµατος να ψηφίζουν την έξοδο, σε ένα µη δεσµευτικό δηµοψήφισµα, το Ην. Βασίλειο βρέθηκε να κατρακυλά εκτός Ευρώπης. 

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΛΑΘΟΣ
Το δεύτερο λάθος ήταν η απόφαση της νέας πρωθυπουργού Theresa May να προκηρύξει εκλογές στοχεύοντας να ισχυροποιήσει τη θέση της στις επικείµενες διαπραγµατεύσεις µε την ΕΕ. Ατυχώς για τη Μay βρέθηκε σε µια εντελώς διαφορετική θέση από εκείνη που υπολόγιζε. Μια κακή προεκλογική εκστρατεία, ένας απρόσµενα καλός ηγέτης της αξιωµατικής αντιπολίτευσης, ένα εκλογικό σώµα σε κατάσταση σύγχυσης, ήταν αρκετά για να την αφήσουν µε µια κυβέρνηση που χρειαζόταν τις ψήφους των εθνικιστών της Βορείου Ιρλανδίας για να επιβιώσει, τη στιγµή µάλιστα που διαφαινόταν ότι το θέµα της δηµιουργίας φυσικών συνόρων µεταξύ Βορείου Ιρλανδίας και Ιρλανδικής ∆ηµοκρατίας µε την έξοδο από την ΕΕ, θα ήταν από τα πιο κρίσιµα.

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΛΑΘΟΣ
Το τρίτο λάθος φαίνεται να είναι η στρατηγική  που υιοθέτησε η κ. Μay στην προσπάθειά της να εκπληρώσει την εντολή του λαού για αποχώρηση. Η στρατηγική αυτή χαρακτηρίζεται από µια συστηµατική αναβλητικότητα στην αντιµετώπιση των διληµµάτων και συµβιβασµών που απαιτούντο για µια συµφωνηµένη αποχώρηση από την ΕΕ, αποφεύγοντας µια χαώδη, άτακτη αποχώρηση. Έτσι η κ. Μay δηµοσιοποίησε τις βασικές παραµέτρους της συµφωνίας αποχώρησης λίγες µόνο µέρες πριν τη δηµοσίευση ολόκληρου του προσχέδιου της συµφωνίας.

Ενώ για µήνες αφηνόταν να εννοηθεί ότι το κείµενο θα ήταν ένα γενικό περίγραµµα, στο τέλος παρουσιάστηκε ένα ογκωδέστατο κείµενο, 560 τόσων σελίδων. Και τότε άρχισαν οι πραγµατικές δυσκολίες, αφού το προσχέδιο προέβλεπε ουσιαστικά ένα µαλακό Brexit και έναν µηχανισµό επίλυσης του Ιρλανδικού θέµατος (το λεγόµενο backstop), ο οποίος δυνητικά θα µπορούσε να αφήσει το Ην. Βασίλειο σε µια επ’ άπειρο τελωνειακή ένωση µε την ΕΕ και που στην καλύτερη περίπτωση προέβλεπε ένα διαφορετικό τελικό καθεστώς σχέσης µε την ΕΕ για τη Βόρειο Ιρλανδία από αυτό του υπόλοιπου Ην. Βασιλείου, γεγονός που στάθηκε αρκετό για τους εθνικιστές Βορειο-Ιρλανδούς βουλευτές για να αποσύρουν τη στήριξή τους προς την κυβέρνηση Μay στο Βρετανικό Κοινοβούλιο.

Η τελική στρατηγική κατέρρευσε µε το λάθος της Μay να επιµένει να θέσει σε ψηφοφορία το προσχέδιο της συµφωνίας παρότι όλες οι ενδείξεις και πληροφορίες έδειχναν µια συντριπτική καταψήφισή του από το Κοινοβούλιο.

Τελικά η Πρωθυπουργός ανέβαλε, κυριολεκτικά την τελευταία στιγµή, την ψηφοφορία, πράγµα που εξώθησε αρκετούς βουλευτές του κόµµατός της να ζητήσουν να διεξαχθεί ενδοκοµµατική ψηφοφορία εµπιστοσύνης στην ηγεσία της. Η Μay επιβίωσε, αλλά 37% των βουλευτών του κόµµατος ψήφισαν εναντίον της –ένας κάκιστος οιωνός για τη στιγµή που θα προσπαθήσει να θέσει το προσχέδιο σε ψηφοφορία, τις επόµενες εβδοµάδες.   

ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΤΙ;
Το Ηνωµένο Βασίλειο βιώνει µια άνευ προηγουµένου συνταγµατική και κυβερνητική κρίση. Τα πράγµατα όπως έχουν εξελιχθεί αφήνουν ανοικτά τέσσερα πιθανά σενάρια. Το πρώτο, και πλέον επίφοβο σενάριο, είναι η άτακτη αποχώρηση από την ΕΕ, χωρίς καν µεταβατική περίοδο.

Οι επιπτώσεις στη βρετανική οικονοµία προβλέπεται να είναι σοβαρότατες –µε µια ύφεση της τάξης του 10%, κατάρρευση της στερλίνας, της αγοράς εργασίας και των τιµών των κατοικιών. Οι σκληροί υποστηρικτές του Brexit υποστηρίζουν ότι δεν θα συµβεί κάτι τέτοιο και υποδεικνύουν ότι παρόµοιες προειδοποιήσεις  πριν το δηµοψήφισµα δεν επαληθεύτηκαν.

Παρόλο που όλες οι δηµοσκοπήσεις δείχνουν ότι το κοινό δεν επιθυµεί κάτι τέτοιο, και η πλειοψηφία των µελών του Κοινοβουλίου είναι αντίθετη σε ένα σκληρό Brexit, o Νόµος του Murphy, που φαίνεται να κυριαρχεί σ’ αυτή την υπόθεση, ρίχνει βαριά τη σκιά του σε ένα τέτοιο ενδεχόµενο.

Το δεύτερο σενάριο είναι η αποδοχή της συµφωνίας της κ. May έστω και την υστάτη από το Κοινοβούλιο. Σε αυτό φαίνεται να ποντάρει και η Πρωθυπουργός, προβάλλοντας τη γραµµή ότι η δική της συµφωνία είναι καλύτερη από ένα σκληρό Brexit. ∆εδοµένης της αριθµητικής ψήφων, αλλά και της εχθρότητας που φάνηκε να έχει δηµιουργήσει για το άτοµό της η Μay ανάµεσα στους βουλευτές του ίδιου της του κόµµατος, µια τέτοια υπερψήφιση του προσχεδίου φαντάζει απόµακρη.

Το τρίτο σενάριο είναι η υιοθέτηση µιας άλλης πρότασης, όπως αυτής που προωθεί οµάδα βουλευτών από όλα τα κόµµατα, που στηρίζεται στο µοντέλο Norway Plus, δηλαδή µια νορβηγικού τύπου σύνδεση µε την ΕΕ µε µια επιπλέον τελωνειακή ένωση, για να λυθεί το Ιρλανδικό πρόβληµα. Αν όµως αναλογιστεί κανείς το αποτέλεσµα του δηµοψηφίσµατος, η λύση αυτή πηγαίνει σε πολλά σηµεία ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση. Είναι εποµένως εξαιρετικά απίθανο για το Εργατικό Κόµµα, του οποίου η στήριξη  είναι απαραίτητη για να πετύχει ένα τέτοιο εγχείρηµα, να υιοθετήσει µια τέτοια ιδέα. Το τελευταίο σενάριο είναι η επιστροφή πίσω στον λαό για λύση διαµέσου ενός νέου δηµοψηφίσµατος.

Αν και η κ. May έχει απορρίψει επανειληµµένα µια τέτοια εξέλιξη, το Εργατικό Κόµµα δεν την έχει αποκλείσει. ∆εδοµένου ενός αδιεξόδου στο Κοινοβούλιο και µιας κοινής πεποίθησης ότι µια νέα εκλογική διαδικασία θα διχάσει ακόµη περισσότερο, χωρίς κατ’ ανάγκη να δώσει λύση, το ενδεχόµενο αυτό αρχίζει να προβάλλει ως η µόνη δηµοκρατικά βατή πορεία. Επιπρόσθετα, µια ενδεχόµενη καταψήφιση του προσχεδίου της κ. May, µπορεί να πείσει τη Βρετανίδα Πρωθυπουργό να θέσει το σχέδιό της απευθείας στον λαό, ως τη µόνη ρεαλιστική επιλογή για Brexit, µαζί µε την εναλλακτική πρόταση παραµονής στην ΕΕ. 

Σε µια τέτοια εξέλιξη, οι σκληροπυρηνικοί Brexiteers πιθανότατα θα σχίσουν τα ιµάτιά τους απαιτώντας να υπάρξει και η επιλογή του καθαρού σκληρού Brexit. Το γεγονός όµως ότι απέτυχαν για τόσους µήνες µετά το δηµοψήφισµα να παρουσιάσουν, πέραν ενός ευχολογίου, µια ολοκληρωµένη πρόταση που να εδράζεται πάνω σε ένα σκληρό Brexit, έχει αδυνατίσει αυτή τους τη θέση.
Και τελικά, όπως έχουµε δει, υπάρχει πάντα και ο Νόµος του Murphy….