Γάλα: Διατηρεί τις δυνάμεις του ο τομέας – Οι προκλήσεις της επόμενης 12ετίας

Ο γαλακτοκομικός τομέας της ΕΕ αποδεικνύει την ανθεκτικότητά του

Παρά τις αντιξοότητες και τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο τομέας του γάλακτος όχι μόνο σε Κύπρο και Ελλάδα, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, φαίνεται ότι αντέχει. Οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις κάνουν λόγο ότι την επόμενη 12ετία η παραγωγή θα συνεχίσει να αυξάνεται αλλά με πιο αργούς ρυθμούς, ενώ ο τομέας θα αποδείξει την ανθεκτικότητά του.

Όμως πώς διαγράφεται το μέλλον του γαλακτοκομικού τομέα της ΕΕ έως και το 2035; Η Κομισιόν στις γεωργικές προοπτικές της για την επόμενη 12ετία φαίνεται πώς βλέπει μια αχτίδα φωτός, καθώς, εκτός από την αύξηση της παραγωγής, αναμένει ότι λόγω των υψηλών προτύπων ποιότητας και βιωσιμότητας θα δημιουργηθεί προστιθέμενη αξία στον τομέα.

Θετικές είναι οι προβλέψεις και για ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως ο ορός γάλακτος, αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη, τα οποία αναμένεται να αυξηθούν, ενώ τις δυνάμεις του φαίνεται να διατηρεί το βούτυρο. 

Τι …ταρακούνησε τον κλάδο

Αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα επέδειξε τα τελευταία χρόνια ο τομέας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων της ΕΕ, ο οποίος δοκιμάστηκε από σημαντικές διαταραχές, που ταρακούνησαν τον πρωτογενή τομέα.

Από την μία ο γαλακτοκομικός τομέας είχε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες από την πανδημία του COVID-19, περίοδο που άλλαξε τις προτιμήσεις για τα γαλακτοκομικά προϊόντα, σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την άλλη, οι γεωπολιτικές εντάσεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, οδήγησαν στην αύξηση του κόστους παραγωγής (ενέργεια, ζωοτροφές, λιπάσματα, μεταφορές), την οποία πολλοί κτηνοτρόφοι δεν άντεξαν, με αποτέλεσμα είτε να μειώσουν τα κοπάδια είτε ακόμη και να εγκαταλείψουν το επάγγελμα και τις εκμεταλλεύσεις τους.

Συγχρόνως, ο υψηλός πληθωρισμός των τιμών των τροφίμων στις περισσότερες χώρες της ΕΕ αλλά και τα υψηλά επιτόκια έβαλαν φρένο σε επενδύσεις, που συχνά απαιτούνται για τη βελτίωση και την ανάπτυξη των εκμεταλλεύσεων και των μεθόδων παραγωγής. Από τα πλέον διαχρονικά προβλήματα αποτελούν τόσο η ανανέωση των γενεών αλλά και η έλλειψη εργατικών χεριών.

Παράλληλα, έντονη είναι η πίεση σε πολιτικό και νομοθετικό πλαίσιο ώστε να επιτευχθούν οι φιλόδοξοι εθνικοί και ενωσιακοί περιβαλλοντικοί στόχοι για την περαιτέρω συμβολή της κτηνοτροφίας στην εφαρμογή των προτύπων καλής μεταχείρισης των ζώων. 

Σταθερά και …ανοδικά

Κόντρα όμως στις παραπάνω δυσκολίες, οι παραδόσεις γάλακτος στην ΕΕ σημειώνουν μια σταθερή άνοδο την τελευταία δεκαετία, με αποτέλεσμα η ΕΕ να διατηρήσει τη θέση της ως ένας κορυφαίος εξαγωγέας γαλακτοκομικών προϊόντων παγκοσμίως. Η αύξηση αυτή των αποδόσεων αναμένεται, σύμφωνα με τις γεωργικές προοπτικές της Κομισιόν, να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, αν και με πιο αργό ρυθμό από ό,τι στο παρελθόν.

Όμως σε σημείο καμπής φαίνεται να έχουν φτάσει οι δυνάμεις εκείνες που συνέβαλαν ώστε το σύστημα γαλακτοπαραγωγής της ΕΕ να είναι αποτελεσματικό. Σύμφωνα με την Κομισιόν, πλέον έχει έρθει η ώρα για στροφή σε άλλες μεθόδους παραγωγής, όπως για παράδειγμα η εκτατική ή η βιολογική κτηνοτροφία.

Οι παράγοντες εκείνοι που συμβάλουν στην βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων,  θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν την ευρωπαϊκή παραγωγή γάλακτος και τα επόμενα χρόνια. Σε αυτή την κατεύθυνση τα υψηλά πρότυπα ποιότητας και βιωσιμότητας καθώς και τα  διαφοροποιημένα συστήματα παραγωγής (π. χ. βιολογικά) θα δημιουργήσουν επίσης μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία στον τομέα. 

Συρρίκνωση των κοπαδιών

Οι αυστηρότερες περιβαλλοντικές πολιτικές της ΕΕ και των κρατών μελών, σύμφωνα με τη Κομισιόν, θα συρρικνώσουν τα κοπάδια γαλακτοπαραγωργής κατά 13% έως το 2035, συγκριτικά με τον μέσο όρο της περιόδου 2021-2023. Όμως, η μεγαλύτερη φροντίδα και η καλύτερη υγεία και ευημερία των ζώων, αποτελούν «όπλα» για την αύξηση – σε κάποιο βαθμό – των αποδόσεων.

Ωστόσο, η αύξηση των αποδόσεων αναμένεται να επιβραδυνθεί κατά 0,9% ετησίως, ενώ η ευρωπαϊκή παραγωγή προβλέπεται ότι θα μειωθεί κατά 0,2% ετησίως κατά μέσο όρο από τώρα έως το 2035.

Την ίδια στιγμή η παγκόσμια παραγωγή γάλακτος αναμένεται να συνεχίσει στους ίδιους ρυθμούς αύξησης της τελευταίας δεκαετίας (κατά 1,6% ετησίως). Αν και η ΕΕ συνέβαλε ουσιαστικά σε αυτή την ανάπτυξη, η άνοδος που θα επιτευχθεί στο μέλλον σε παγκόσμιο επίπεδο οφείλεται στο γεγονός ότι χώρες προσπαθούν να γίνουν πιο αυτάρκεις. Για παράδειγμα, οι χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας και της βόρειας Αφρικής αναμένεται να αυξήσουν την παραγωγή γάλακτος κατά περίπου 3% ετησίως έως το 2035.

Η ΕΕ παραμένει ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στον κόσμο

Παρά τα αυξανόμενα ποσοστά αυτάρκειας, οι κύριες χώρες εισαγωγής – σύμφωνα με τις εκτιμήσεις – θα συνεχίσουν να προμηθεύονται γαλακτοκομικά προϊόντα για να ικανοποιήσουν την εγχώρια ζήτηση. Την ίδια στιγμή, οι συνολικές εισαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων σε παγκόσμιο επίπεδο αναμένεται να επιβραδυνθεί περίπου κατά 2% σε ετήσια βάση.

Ωστόσο, η ΕΕ και η Νέα Ζηλανδία θα παραμείνουν οι δύο μεγαλύτεροι εξαγωγείς γαλακτοκομικών προϊόντων παγκοσμίως, με το καθένα να αντιπροσωπεύει περίπου το 24%. Ταυτόχρονα, η ΕΕ αναμένεται να διατηρήσει σταθερές τις ποσότητες που εξάγει παρά τη μείωση της παραγωγής γάλακτος.

Πηγή: ot.gr

Διαβάστε επίσης: Πυρά αιγοπροβατοτρόφων κατά τυροκόμων: «Προσπαθούν να εκβιάσουν το κράτος»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ