Offcanvas
Offcanvas
Το Reuters εξηγεί πώς ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που γεννήθηκε μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν εξακολουθεί, περισσότερο από δύο δεκαετίες αργότερα, να βρίσκεται στην καρδιά της οικονομίας του Ιράκ
Οι τελευταίοι Αμερικανοί στρατιώτες εγκαταλείπουν το Ιράκ, κλείνοντας έναν κύκλο 23 ετών που άνοιξε με την εισβολή του 2003. Υπάρχει όμως ένα εξαιρετικά ισχυρό νήμα που εξακολουθεί να συνδέει τη Βαγδάτη με την Ουάσιγκτον.
Τα δολάρια από τις εξαγωγές του ιρακινού πετρελαίου παραμένουν υπό τη φύλαξη της Federal Reserve Bank of New York. Και όταν το πετρέλαιο χρηματοδοτεί περίπου το 90% του κρατικού προϋπολογισμού του Ιράκ, ο μηχανισμός αυτός μεταφράζεται σε σημαντική αμερικανική επιρροή.
Η στρατιωτική αποχώρηση, την οποία το Ιράν και οι σύμμαχοί του παρουσιάζουν ως νίκη, δεν σημαίνει επομένως και το τέλος της αμερικανικής επιρροής στη χώρα.
Το Reuters εξηγεί πώς ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που γεννήθηκε μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν εξακολουθεί, περισσότερο από δύο δεκαετίες αργότερα, να βρίσκεται στην καρδιά της οικονομίας του Ιράκ.
Από τον Σαντάμ στη Fed της Νέας Υόρκης
Η ιστορία αρχίζει το 2003. Μετά την αμερικανική εισβολή, η Coalition Provisional Authority δημιούργησε το Development Fund for Iraq (DFI), έναν μηχανισμό στον οποίο κατευθύνονταν τα έσοδα από το πετρέλαιο της χώρας και ο οποίος τηρούνταν στη Federal Reserve Bank of New York.
Ο επίσημος στόχος ήταν διπλός: τα χρήματα να χρησιμοποιηθούν για την ανοικοδόμηση και την ανάπτυξη του Ιράκ και, ταυτόχρονα, να προστατευθούν τα πετρελαϊκά έσοδα από αγωγές και απαιτήσεις που συνδέονταν με το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν.
Η σχετική εκτελεστική εντολή του τότε προέδρου Τζορτζ Μπους ανανεώθηκε από όλους τους διαδόχους του. Στην πορεία, το DFI μετατράπηκε σε λογαριασμό της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράκ στη Fed της Νέας Υόρκης.
Και εκεί παραμένουν μέχρι σήμερα τα πετρελαϊκά έσοδα της χώρας.
Γιατί αυτό δίνει τεράστια ισχύ στην Ουάσιγκτον
Το πετρέλαιο αντιπροσωπεύει περίπου το 90% των εσόδων του ιρακινού κρατικού προϋπολογισμού. Η δυνατότητα πρόσβασης στα δολάρια που παράγουν αυτές οι εξαγωγές είναι συνεπώς κρίσιμη για τη λειτουργία του κράτους, τις εισαγωγές και συνολικά την οικονομική σταθερότητα.
Το πόσο ισχυρό μπορεί να γίνει αυτό το εργαλείο φάνηκε το 2020. Όταν η ιρακινή κυβέρνηση ζήτησε την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων, η Ουάσιγκτον φέρεται, σύμφωνα με το Reuters, να απείλησε ότι θα περιορίσει την πρόσβαση του Ιράκ στα κεφάλαιά του στη Fed της Νέας Υόρκης.
Η Βαγδάτη τελικά υποχώρησε. Το περιστατικό ανέδειξε ένα παράδοξο που επιβιώνει ακόμη και μετά τη σημερινή στρατιωτική αποχώρηση: το Ιράκ έχει ανακτήσει σημαντικό μέρος της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας που είχε χάσει μετά το 2003, αλλά ο βασικότερος μηχανισμός διαχείρισης των εσόδων του εξακολουθεί να περνά από τη Νέα Υόρκη.
Γιατί το Ιράκ το αποδέχεται
Η εικόνα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη από έναν απλό αμερικανικό «έλεγχο». Ιρακινοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι εξηγούν στο Reuters ότι το σύστημα προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα στη Βαγδάτη.
Λειτουργεί ως δικλίδα ασφαλείας για τα δημόσια οικονομικά, ενισχύει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών στη διαχείριση των πετρελαϊκών εσόδων και διευκολύνει την πρόσβαση σε δολάρια που είναι απαραίτητα για το εμπόριο και τις εισαγωγές.
Παράλληλα, συμβάλλει στη σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας και προστατεύει τα κρατικά έσοδα από εξωτερικές απαιτήσεις, πιστωτές και χρηματοπιστωτικούς κραδασμούς.
Με άλλα λόγια, το ίδιο σύστημα που περιορίζει την οικονομική αυτονομία της Βαγδάτης λειτουργεί ταυτόχρονα ως προστατευτικό δίχτυ για την οικονομία της.
Και στη μέση βρίσκεται το Ιράν
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η Ουάσιγκτον θεωρεί τον μηχανισμό κρίσιμο: το Ιράν. Το Ιράκ βρίσκεται εδώ και χρόνια ανάμεσα στις δύο δυνάμεις. Η Τεχεράνη διαθέτει μεγάλη πολιτική και οικονομική επιρροή στη χώρα, ενώ φιλοϊρανικές οργανώσεις έχουν επιδιώξει χαλάρωση των περιορισμών στην πρόσβαση σε δολάρια.
Για τις ΗΠΑ, επομένως, ο έλεγχος των ροών σε δολάρια αποτελεί και εργαλείο εφαρμογής των κυρώσεων κατά της Τεχεράνης.
Το 2025, η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις σε ιρακινές τράπεζες και πρόσωπα που κατηγόρησε ότι συμμετείχαν σε ξέπλυμα χρήματος προς όφελος του Ιράν.
Οι αυστηρότεροι περιορισμοί στην προσφορά αμερικανικού νομίσματος είχαν όμως και παρενέργειες.
Η μαύρη αγορά του δολαρίου
Οι περιορισμοί τροφοδότησαν μια παράλληλη, ανεπίσημη αγορά συναλλάγματος στο Ιράκ.
Έτσι δημιουργήθηκε απόκλιση ανάμεσα στην επίσημη ισοτιμία που καθορίζει η Κεντρική Τράπεζα και στην τιμή του δολαρίου στη μαύρη αγορά.
Η διαφορά αυτή λειτουργεί ουσιαστικά ως «ασφάλιστρο κινδύνου» για όσους επιχειρούν να αποκτήσουν δολάρια έξω από το επίσημο τραπεζικό σύστημα.
Η πίεση έχει αυξηθεί ακόμη περισσότερο στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η Ουάσιγκτον επανέφερε την πολιτική «μέγιστης πίεσης» απέναντι στην Τεχεράνη και το Ιράκ βρέθηκε ξανά στη μέση.
Για το Ιράν, άλλωστε, η γειτονική χώρα αποτελεί ζωτικής σημασίας οικονομική δίοδο.
Το τέλος των δημοπρασιών δολαρίου
Για χρόνια, η Κεντρική Τράπεζα του Ιράκ χρησιμοποιούσε τις λεγόμενες δημοπρασίες δολαρίου – επισήμως «παράθυρο ξένου συναλλάγματος» – ως βασικό μηχανισμό διοχέτευσης αμερικανικού νομίσματος στην οικονομία.
Ιδιωτικές τράπεζες και ανταλλακτήρια μπορούσαν καθημερινά να αγοράζουν δολάρια έναντι ιρακινών δηναρίων.
Το σύστημα αυτό τερματίστηκε στις αρχές του 2025, έπειτα από έντονες πιέσεις των ΗΠΑ και στο πλαίσιο της προσπάθειας να κλείσουν οι δίοδοι μέσω των οποίων, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, δολάρια κατέληγαν σε οντότητες που βρίσκονταν υπό κυρώσεις – κυρίως στο Ιράν.
Οι στρατιώτες φεύγουν, τα δολάρια μένουν
Η 30ή Σεπτεμβρίου 2026 καταγράφεται έτσι ως μια ιστορική ημέρα για το Ιράκ. Οι τελευταίες αμερικανικές δυνάμεις αποχωρούν από τις βάσεις τους, 23 χρόνια μετά την εισβολή που ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν.
Η εικόνα των στρατιωτών που φεύγουν, όμως, λέει μόνο τη μισή ιστορία. Γιατί περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά την εισβολή, τα έσοδα από τον σημαντικότερο πλούτο του Ιράκ εξακολουθούν να φυλάσσονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στη Federal Reserve Bank of New York.
Η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ τελειώνει. Η οικονομική μόχλευση της Ουάσιγκτον όχι.
Πηγή: naftemporiki.gr