Σ. Κυριακίδης: «Η τέχνη χωρίς την παρουσία του θεατή είναι στείρα»

Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΘΟΚ Σάββας Κυριακίδης μιλά για τις παραστάσεις της χρονιάς και εξηγεί ποια είναι η αποστολή του Οργανισμού.

*Φωτογραφία: Παναγιώτης Μηνά 

Στην ανάγκη για τη δημιουργία Υφυπουργείου Πολιτισμού, που μέσω αυτού θα διευκολυνθεί ακόμα περισσότερο το έργο του ΘΟΚ, αλλά και όλων όσων εμπλέκονται στην πολιτιστική ζωή του τόπου, αναφέρεται σε συνέντευξη που παραχωρεί στο περιοδικό Economy Today ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Οργανισμού Σάββας Κυριακίδης. Αναφερόμενος στους στόχους της χρονιάς, εξηγεί τα κριτήρια με τα οποία επιλέγει το ρεπερτόριο και εξηγεί: «Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να είμαστε συντονισμένοι με την εποχή μας. Όχι πάντα με την έννοια της επικαιρότητας». Τέλος, ερωτηθείς σχετικά, εκφράζει προβληματισμό για το γεγονός ότι το θεατρόφιλο κοινό της Κύπρου είναι περιορισμένο και καταθέτει τη δική του προσέγγιση επί του θέματος. 

Με ποιες προσδοκίες άρχισε η νέα θεατρική χρονιά και ποια είναι η εικόνα που διαμορφώνεται; 

Προτεραιότητα κάθε χρονιάς είναι το άνοιγμα στο κοινό, μέσα από ένα σύνολο παραστάσεων, αλλά και δράσεων που θα το αφορούν. Η θεατρική τέχνη επαληθεύεται με την παρουσία των θεατών, δεν είναι εσωστρεφής, δεν είναι ατομικιστική. Για τον λόγο αυτό, προσπαθούμε οι επιλογές μας να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αναζητήσεων, προβληματισμών και αισθητικών κατευθύνσεων, που θα κινητοποιήσουν τον κόσμο να έρθει να μας συναντήσει.

Ποιοι είναι οι βασικοί σας στόχοι; Τι είναι αυτό που έχει αλλάξει σε σχέση με πέρσι, ώστε να επιτευχθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι;

Με ενδιαφέρει να πείσουμε, μέσα από τη δουλειά μας, ότι το θέατρο δεν είναι μια ελιτίστικη τέχνη, που αφορά λίγους. Να διευρύνουμε τον αριθμό των θεατρόφιλων. Να επενδύσουμε στους νέους καλλιτέχνες της χώρας. Να προτείνουμε έργα που σημαίνουν κάτι για την κοινωνία του σήμερα. Να εκπαιδεύσουμε κοινό και καλλιτέχνες. Νομίζω ότι κατορθώσαμε φέτος να είμαστε πιο «εξωστρεφείς». Ή, τουλάχιστον, είναι κάτι που προσπαθούμε. Με τις επιλογές μας, επιχειρούμε να υπενθυμίζουμε ότι ο ΘΟΚ είναι ζωντανός, ανοιχτός και σε συνεχή λειτουργία, σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Παραστάσεις, δράσεις, προβολές, αναλόγια, παράλληλες εκδηλώσεις, συνθέτουν ένα ποικίλο και ενδιαφέρον πρόγραμμα.

Ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΘΟΚ, με ποια κριτήρια επιλέγετε το ρεπερτόριο; Ποιες είναι οι προκλήσεις, αλλά και οι συχνότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζετε;

Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να είμαστε συντονισμένοι με την εποχή μας. Όχι πάντα με την έννοια της επικαιρότητας. Πιστεύω πολύ στη διαχρονία των θεμάτων και των αισθητικών γραμμών. Προσπαθώ να διατηρώ μια ισορροπία ανάμεσα στο μοντέρνο και το κλασικό, με μόνο κριτήριο την ποιότητα των έργων που παρουσιάζονται. Επιχειρώ επίσης να εντάσσουμε στο ρεπερτόριο κείμενα που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Κύπρο, όπως ακριβώς έγινε τις δύο χρονιές της διεύθυνσής μου. Τέλος, με ενδιαφέρει η στήριξη της κυπριακής δραματουργίας, όχι στη λογική της ηθογραφίας, αλλά σε εκείνην της ποιοτικής αναβάθμισης.

Πόσο σας ικανοποιεί η στήριξη που έχετε από την Πολιτεία και άλλους φορείς; 

Πάντα αισθάνεται κανείς ότι η Πολιτεία μπορεί και πρέπει να δίνει περισσότερα. Δεν έχω κανένα παράπονο σε σχέση με τον τρόπο που κάνω τη δουλειά μου και τη στήριξή της από την Πολιτεία. Δεν μπορώ, όμως, να μην τονίσω την ανάγκη για τη δημιουργία ενός Υφυπουργείου Πολιτισμού -κάτι το οποίο, εξ όσων γνωρίζω, είναι στις προθέσεις της πολιτειακής ηγεσίας- που θα διευκόλυνε ακόμη περισσότερο το έργο όχι μόνο του ΘΟΚ, αλλά και όλων όσοι εμπλέκονται στην πολιτιστική ζωή του τόπου.

Ποια είναι η αποστολή που έχει να εκπληρώσει ο ΘΟΚ;

Η κύρια, πιστεύω, αποστολή του ΘΟΚ είναι η υλοποίηση του βασικού ζητούμενου του θεάτρου: Δεν κάνουμε τέχνη για την τέχνη, αλλά για να τη μοιραστούμε με τους ανθρώπους. Ο βασικός ορισμός του θεάτρου εμπεριέχει την παρουσία του θεατή. Χωρίς αυτήν, η τέχνη μας είναι στείρα. 

Πώς βλέπετε το θεατρόφιλο κοινό της Κύπρου; Με ποιο τρόπο θα μπορούσε το θέατρο να μπει περισσότερο στη ζωή των πολιτών;

Οφείλω να παραδεχτώ ότι προβληματίζομαι ιδιαίτερα ως προς το θέμα αυτό. Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, διαπιστώνω ότι το θεατρόφιλο κοινό είναι πολύ περιορισμένο στην Κύπρο. Δεν είμαι απόλυτα βέβαιος για τις αιτίες αυτού του φαινομένου και δεν θέλω να κάνω εύκολες κρίσεις. Ακούω, αρκετά συχνά, ότι ο κόσμος δεν ξέρει τι γίνεται στον ΘΟΚ ή στη θεατρική ζωή της Λευκωσίας, ότι δεν «φτάνουν στον αποδέκτη» οι πληροφορίες. Ακόμη και αν αυτό έχει μια δόση αλήθειας, αναρωτιέμαι τι κάνει το κοινό για να βρει αυτές τις πληροφορίες. Αρκείται στο να τις πετύχει συμπτωματικά μόνο μέσα από μια διαφήμιση στην τηλεόραση ή μια συνέντευξη, όπως αυτή; Εκτιμώ ότι υπάρχει μια συνυπευθυνότητα στο πεδίο αυτό. Ότι ο κόσμος επιλέγει να ανακαλύψει και να ακολουθήσει «ευκολότερους» τρόπους ψυχαγωγίας. Όπως έχω πει και παλαιότερα, όπως οι πολίτες έχουν ευθύνες για τον τρόπο που ασκείται η εξουσία στη χώρα τους, έτσι και οι θεατές έχουν την ευθύνη για την ποιότητα της ψυχαγωγίας που προσφέρεται.

Τα τελευταία χρόνια, τόσο η Κύπρος όσο και η Ελλάδα, βίωσαν τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης με τις συνέπειες που ακολούθησαν για την κάθε χώρα ξεχωριστά. Εντούτοις, παρά τις αντιξοότητες, το θέατρο συνέχισε τον δικό του αγώνα. Τι είναι αυτό που κατά την άποψή σας το κρατά ζωντανό μέσα τε τέτοιες αντίξοες συνθήκες;

Χωρίς να υπονοώ ότι το θέατρο θέλει αντίξοες συνθήκες για να λειτουργήσει, είναι αλήθεια ότι η δυσκολία των συνθηκών ενεργοποιεί στους καλλιτέχνες ένστικτα δημιουργίας και επιβίωσης, εναλλακτικές λύσεις και φαντασία. Έτσι δεν είναι παράδοξο το φαινόμενο να υπάρχει καλό θέατρο σε δύσκολες συνθήκες. Κάποιες φορές η ευδαιμονία, ο εξωτερικός πλούτος και ο υλισμός οδηγούν σε μαλθακότητα. 

Τι σας έχει διδάξει το θέατρο;
Να συνυπάρχω με τους ανθρώπους, με αγάπη, ενσυναίσθηση και αλληλοσεβασμό. ET

ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΕΡΓΑ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΘΟΚ
Πόσες και ποιες παραστάσεις θα ανεβάσει φέτος ο ΘΟΚ; 
Έχουμε προγραμματισμένες συνολικά 8 χειμερινές παραγωγές και σχεδιάζουμε 2 ακόμη για την καλοκαιρινή περίοδο. Στην Κεντρική Σκηνή παρουσιάζουμε δύο μεγάλα κλασικά έργα, τον «Συρανό ντε Μπερζεράκ» του Εντμόν Ροστάν και τον Ριχάρδο Γ΄ του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Στη Νέα Σκηνή, πιο σύγχρονα κείμενα, τον «Ήχο του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη και την «Αρρώστια της νιότης» του Φέρντιναντ Μπρούκνερ. Στις Αποθήκες παρουσιάζουμε δουλειές με περισσότερο ερευνητικό χαρακτήρα. Έχουμε μια παράσταση αφιερωμένη σε έναν σημαντικό Πολωνοεβραίο συγγραφέα, τον Μπρούνο Σουλτς, με τίτλο «Δρόμοι κροκοδείλων», ενώ ακολουθούν μια χοροθεατρική παράσταση του Φώτη Νικολάου με τίτλο «Amen» και το πολύ τολμηρό έργο «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν. Τέλος, στη Σκηνή 018 παρουσιάζουμε για παιδιά -και όχι μόνο- το υπέροχο κείμενο της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου «Ο τυχερός στρατιώτης». Όλα, όπως προείπα, παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Κύπρο. Για το καλοκαίρι έχουμε ήδη μια προγραμματισμένη συμπαραγωγή με το Εθνικό Θέατρο: Θα παρουσιάσουμε στην Επίδαυρο τις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη.

WHO IS WHO
Απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Sorbonne Nouvelle, με μεταπτυχιακό τίτλο στις Τέχνες του Θεάματος, εργάστηκε για περίπου 20 χρόνια στο Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας, στη θέση του Υπεύθυνου Δραματολογίου και Καλλιτεχνικού Έργου και ως Καθηγητής Δραματολογίας στη Δραματική του Σχολή. Τον Μάιο του 2017 ανέλαβε την Καλλιτεχνική Διεύθυνση του ΘΟΚ.